Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

Kränen
consumption

στο λεξικό PONS

γερμανικά
γερμανικά
αγγλικά
αγγλικά

Kon·sum <-s> [kɔnˈzu:m] ΟΥΣ αρσ kein πλ

Konsum
sich αιτ im Konsum von etw δοτ einschränken
to reduce one's consumption of sth τυπικ
αγγλικά
αγγλικά
γερμανικά
γερμανικά
Konsum-
Konsum αρσ <-s>
Konsum αρσ <-s>
ein Konsum-/Immobilienboom αρσ
Konsum[laden] αρσ

Ορολογία γεωγραφίας της Ernst Klett Sprachen

Konsum

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος

Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

Beim Konsum von Kautabak entsteht kein Teer, der in der Lunge zu Ablagerungen führen kann.
de.wikipedia.org
Befürworter erwarten daraus ökonomische Vorteile durch die Erhöhung der absoluten Arbeitskraft, stimulierten Konsum und zusätzliche Schaffung von Beschäftigungsmöglichkeiten.
de.wikipedia.org
Der Erfolg Krauts lässt sich unter anderem darauf zurückführen, dass er sein Vermögen in seinen Unternehmungen anlegte und es nicht für seinen privaten Konsum verbrauchte.
de.wikipedia.org
Da die Gründe und der Konsum von medialen Gewaltdarstellungen rezipientenabhängig ist, können die folgenden Ansätze die Nutzung violenter Inhalte nicht ausschließlich erklären, jedoch einander ergänzen.
de.wikipedia.org
Die Erhöhung der autonomen Investitionsnachfrage bewirkt daraufhin einen Impuls zum marginalen Konsum und führt so zu einem multiplikativen Effekt.
de.wikipedia.org