Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

dinhabitation
dinhabitation

Γαλλικό λεξικό Oxford-Hachette

inhabitation [inabitasjɔ̃] ΟΥΣ θηλ

habitation [abitasjɔ̃] ΟΥΣ θηλ

1. habitation (construction):

2. habitation (résidence):

3. habitation (fait d'habiter):

block of flats βρετ
apartment building αμερικ

ιδιωτισμοί:

council flat βρετ
low-rent apartment αμερικ
block of council flats βρετ
low-rent apartment building αμερικ
council house βρετ
low rent house αμερικ

Habitation à loyer modéré Info

Habitation à loyer modéré Info

cohabitation [koabitasjɔ̃] ΟΥΣ θηλ

1. cohabitation:

2. cohabitation ΠΟΛΙΤ:

Cohabitation Info

Cohabitation Info

I. parti (partie) [paʀti] Partis politiques ΕΠΊΘ οικ (ivre)

to be tight οικ
to be tipsy οικ
to be plastered οικ

II. parti ΟΥΣ αρσ

1. parti (groupe de personnes):

2. parti ΠΟΛΙΤ:

3. parti (solution):

to commit oneself (sur qc on sth)
to take sb's side
to side with sb (contre qn against sb)
to opt for sth

4. parti (personne à marier):

parti παρωχ
être un beau ou bon parti homme:
être un beau ou bon parti homme, femme:
to be a catch οικ

III. partie ΟΥΣ θηλ

1. partie (élément d'un tout):

la première/deuxième partie de livre, film, spectacle
une bonne ou grande partie de personnes, objets, éléments
une bonne ou grande partie de masse, ensemble, ressources
pour partie λογοτεχνικό
faire partie de groupe, processus, idéologie, pays

2. partie (division de l'espace):

3. partie (division temporelle):

4. partie (profession):

5. partie:

partie ΠΑΙΧΝΊΔΙΑ, ΑΘΛ
gagner/perdre une partie ΠΑΙΧΝΊΔΙΑ, ΑΘΛ
abandonner la partie ΠΑΙΧΝΊΔΙΑ, ΑΘΛ
être de la partie μτφ
to be in on it οικ

6. partie (dans une négociation, un contrat):

être partie prenante dans qc conflit, contrat, négociation

7. partie ΝΟΜ:

8. partie ΜΟΥΣ:

9. partie ΜΑΘ:

IV. parties ΟΥΣ θηλ πλ

parties θηλ πλ οικ:

privates οικ

V. parti (partie) [paʀti] Partis politiques

partie carrée οικ
partie de chasse ΚΥΝΉΓΙ
partie civile ΝΟΜ
partie du discours ΓΛΩΣΣ
legover βρετ αργκ
screw αργκ

VI. parti (partie) [paʀti] Partis politiques

tirer parti de qc situation, événement
tirer parti de qc leçon, invention

valse-hésitation <πλ valses-hésitations> [valsezitasjɔ̃] ΟΥΣ θηλ

shilly-shallying οικ uncountable

inhabitable [inabitabl] ΕΠΊΘ

I. précipitation [pʀesipitasjɔ̃] ΟΥΣ θηλ

1. précipitation (hâte):

2. précipitation ΧΗΜ:

II. précipitations ΟΥΣ θηλ πλ

précipitations θηλ πλ ΜΕΤΕΩΡ:

rainfall uncountable
precipitation uncountable ειδικ ορολ

félicitations [felisitasjɔ̃] ΟΥΣ θηλ πλ

congratulations (pour on, à to)
être reçu avec les félicitations du jury ΣΧΟΛ, ΠΑΝΕΠ

exploitation [ɛksplwatasjɔ̃] ΟΥΣ θηλ

1. exploitation (traitement injuste):

2. exploitation:

3. exploitation (entreprise):

4. exploitation (mise en valeur):

5. exploitation (utilisation):

στο λεξικό PONS

cohabitation [koabitasjɔ̃] ΟΥΣ θηλ

habitation [abitasjɔ̃] ΟΥΣ θηλ

1. habitation (demeure):

2. habitation (logis):

council flat βρετ
public housing unit αμερικ

inhabité(e) [inabite] ΕΠΊΘ

inhabité(e) appartement

inhabituel(le) [inabitɥɛl] ΕΠΊΘ

inhabitable [inabitabl] ΕΠΊΘ

inhabitable région

irritation [iʀitasjɔ̃] ΟΥΣ θηλ

1. irritation (énervement):

2. irritation ΙΑΤΡ:

surexcitation [syʀɛksitasjɔ̃] ΟΥΣ θηλ

limitation [limitasjɔ̃] ΟΥΣ θηλ

habitat [abita] ΟΥΣ αρσ

1. habitat ΒΟΤ, ΖΩΟΛ:

2. habitat ΓΕΩ:

3. habitat (conditions de logement):

hésitation [ezitasjɔ̃] ΟΥΣ θηλ

1. hésitation (incertitude):

2. hésitation (arrêt):

avec hésitation réciter, répondre
στο λεξικό PONS

cohabitation [koabitasjo͂] ΟΥΣ θηλ

habitation [abitasjo͂] ΟΥΣ θηλ

1. habitation (demeure):

2. habitation (logis):

inhabituel(le) [inabitʏɛl] ΕΠΊΘ

inhabité(e) [inabite] ΕΠΊΘ

inhabité(e) appartement

inhabitable [inabitabl] ΕΠΊΘ

inhabitable région

hésitation [ezitasjo͂] ΟΥΣ θηλ

1. hésitation (incertitude):

2. hésitation (arrêt):

avec hésitation réciter, répondre

limitation [limitasjo͂] ΟΥΣ θηλ

citation [sitasjo͂] ΟΥΣ θηλ

1. citation (extrait):

2. citation ΝΟΜ:

summons πλ + ρήμα ενικ

3. citation ΣΤΡΑΤ:

incitation [ɛ͂sitasjo͂] ΟΥΣ θηλ

irritation [iʀitasjo͂] ΟΥΣ θηλ

1. irritation (énervement):

2. irritation ΙΑΤΡ:

Γλωσσάρι «Κοινωνική ενσωμάτωση και ισότητα δυνατοτήτων» του Γαλλογερμανικού Γραφείου Νέων (OFAJ)

incitation θηλ

réhabilitation θηλ

Λεξιλόγιο τεχνολογίας ψύξης της GEA

exploitation de pompes à chaleur

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος