Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

autonome
Aktienkontrakt

στο λεξικό PONS

I. con·tract1 [ˈkɒntrækt, αμερικ ˈkɑ:n-] ΟΥΣ

1. contract (agreement):

Vertrag αρσ <-(e)s, -trä·ge>
Kontrakt αρσ <-(e)s, -e> ειδικ ορολ
Arbeitsvertrag αρσ <-(e)s, -träge>
Dienstleistungsvertrag αρσ <-(e)s, -träge>
Werkvertrag αρσ <-(e)s, -träge>
Zeitvertrag αρσ <-(e)s, -träge>
den Vertrag [für etw αιτ] bekommen

2. contract αργκ (agreement to kill sb):

Auftrag αρσ <-(e)s, -trä·ge>

II. con·tract1 [ˈkɒntrækt, αμερικ ˈkɑ:n-] ΡΉΜΑ αμετάβ

to contract into sth βρετ
sich αιτ vertraglich zu etw δοτ verpflichten
to contract with sb [for sth]
mit jdm [für etw αιτ] einen Vertrag abschließen

III. con·tract1 [ˈkɒntrækt, αμερικ ˈkɑ:n-] ΡΉΜΑ μεταβ

to contract sb to do sth

I. con·tract2 [kənˈtrækt] ΡΉΜΑ αμετάβ

1. contract (shrink):

contract pupils

2. contract (tense):

contract muscle
sich αιτ zusammenziehen ειδικ ορολ
contract muscle

3. contract ΓΛΩΣΣ:

II. con·tract2 [kənˈtrækt] ΡΉΜΑ μεταβ

1. contract (tense) muscles, metal:

etw zusammenziehen [o. ειδικ ορολ kontrahieren]

2. contract ΓΛΩΣΣ:

3. contract (catch):

I. share [ʃeəʳ, αμερικ ʃer] ΟΥΣ

1. share (part):

Teil αρσ <-(e)s, -e>
Anteil αρσ <-(e)s, -e>
share of food
Portion θηλ <-, -en>
der Löwenanteil von etw δοτ
Marktanteil αρσ <-(e)s, -e>
Stimmenanteil αρσ <-(e)s, - e>
sich δοτ die Kosten für etw αιτ teilen
to have one's share of sth also μτφ
to have had one's fair share of sth ειρων
etw mehr als genug haben οικ
a share in sth
ein Anteil αρσ an etw δοτ
to give sb a share in sth
jdn an etw δοτ beteiligen [o. teilhaben lassen]
an etw δοτ teilhaben

2. share usu pl (in company):

Anteil αρσ <-(e)s, -e>
Aktie θηλ <-, -n>
A-Aktie θηλ
ordinary [or βρετ equity]share
Stammaktie θηλ
index of shares βρετ
Aktienindex αρσ <-(es), -e>

II. share [ʃeəʳ, αμερικ ʃer] ΡΉΜΑ αμετάβ

1. share (with others):

2. share (have part of):

to share in sth
an etw δοτ teilhaben

3. share (participate):

to share in sth
an etw δοτ beteiligt sein

4. share (to be open with sb about sth):

III. share [ʃeəʳ, αμερικ ʃer] ΡΉΜΑ μεταβ

1. share (divide):

to share sth
etw teilen
to share sth among [or between] sb
to share sth with sb
etw mit jdm teilen

2. share (have in common):

to share sth
to share sb's view [or belief]

3. share (communicate):

to share sth with sb information, news
etw an jdn weitergeben

ιδιωτισμοί:

Τραπεζική, χρηματική και ασφαλιστική ορολογία PONS

share contract ΟΥΣ ΧΡΗΜΑΤΑΓ

Τραπεζική, χρηματική και ασφαλιστική ορολογία PONS
Τραπεζική, χρηματική και ασφαλιστική ορολογία PONS

contract ΟΥΣ ΟΙΚΟΝ ΔΊΚ

Vertrag αρσ

contract ΡΉΜΑ αμετάβ CTRL

contract ΟΥΣ ΧΡΗΜΑΤΑΓ

Kontrakt αρσ

contract ΡΉΜΑ μεταβ ΟΙΚΟΝ ΔΊΚ

share ΟΥΣ ΧΡΗΜΑΤΑΓ

Aktie θηλ
Anteil αρσ

Ορολογία γεωγραφίας της Ernst Klett Sprachen

contract ΡΉΜΑ

Ειδικό λεξιλόγιο PONS «Συγκοινωνίες»

contract (for work and material)

Present
Icontract
youcontract
he/she/itcontracts
wecontract
youcontract
theycontract
Past
Icontracted
youcontracted
he/she/itcontracted
wecontracted
youcontracted
theycontracted
Present Perfect
Ihavecontracted
youhavecontracted
he/she/ithascontracted
wehavecontracted
youhavecontracted
theyhavecontracted
Past Perfect
Ihadcontracted
youhadcontracted
he/she/ithadcontracted
wehadcontracted
youhadcontracted
theyhadcontracted

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων

Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων

Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.

Αναζήτηση "share contract" σε άλλες γλώσσες