Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

entgegennimmt
Bausparkasse

στο λεξικό PONS

αγγλικά
αγγλικά
γερμανικά
γερμανικά
Bausparkasse θηλ
γερμανικά
γερμανικά
αγγλικά
αγγλικά
στο λεξικό PONS

I. build [bɪld] ΟΥΣ no pl

Körperbau αρσ <-(e)s> kein pl
Figur θηλ <-, -en>

II. build <built, built> [bɪld] ΡΉΜΑ μεταβ

1. build (construct):

to build sth
etw bauen

2. build μτφ:

to build sth

ιδιωτισμοί:

Rome wasn't built in a day παροιμ

III. build <built, built> [bɪld] ΡΉΜΑ αμετάβ

1. build (construct):

2. build (increase):

wachsen <wachst, wachste, gewachstwuchs, gewachsen>
build tension
steigen <steigt, stieg, gestiegen>

build·ing [ˈbɪldɪŋ] ΟΥΣ

Gebäude ουδ <-s, ->
Bau αρσ <-(e)s, -ten>

as·so·cia·tion [əˌsəʊsiˈeɪʃən, αμερικ -ˌsoʊ-] ΟΥΣ

1. association:

Vereinigung θηλ <-, -en>
Verein αρσ <-(e)s, -e>
Verband αρσ <-(e)s, -bän·de>
memorandum of association βρετ ΧΡΗΜΑΤΟΠ
Gründungsurkunde θηλ <-, -n>

2. association (relationship, connection with sb):

Umgang αρσ mit jdm
Verkehr αρσ mit jdm
Kontakt αρσ zu jdm

3. association no pl (involvement):

Verbundenheit θηλ <->
Zugehörigkeit θηλ <->
in Verbindung mit jdm/etw
Assoziierung θηλ mit etw δοτ beantragen

4. association (mental connection):

Assoziation θηλ <-, -en>

5. association no pl (combination):

Verknüpfung θηλ <-, -en>

I. loan [ləʊn, αμερικ loʊn] ΟΥΣ

1. loan (money):

Darlehen ουδ <-s, ->
Kredit αρσ <-(e)s, -e>
a $50,000 loan
Organkredit αρσ <-(e)s, -e>

2. loan (act):

Ausleihe θηλ <-, -n> kein pl
Verleihen ουδ kein pl

II. loan [ləʊn, αμερικ loʊn] ΟΥΣ modifier

III. loan [ləʊn, αμερικ loʊn] ΡΉΜΑ μεταβ

to loan sb sth [or sth to sb]
jdm etw leihen

and [ænd, ənd] ΣΎΝΔ

1. and (jointly):

both ... and ...
sowohl ... als [o. wie] auch ...

2. and (plus):

6 and 5 is 11
6 und [o. plus] 5 ist 11

3. and (in numbers):

twelve and six βρετ ιστ

4. and (then):

5. and (consequently):

6. and οικ (in order to):

to go and do sth
etw tun
to try and do sth
to try and do sth

7. and (for emphasis):

8. and (ever):

ιδιωτισμοί:

οικ (as well) I was so mad and all that I ...
ich war so sauer, dass ich ... αργκ
and all that οικ
and all that οικ
and how! οικ
Καταχώριση OpenDict

building ΟΥΣ

Bauwesen ουδ
Καταχώριση OpenDict

build ΡΉΜΑ

Καταχώριση OpenDict

association ΟΥΣ

jds Umgang mit jdm

Τραπεζική, χρηματική και ασφαλιστική ορολογία PONS

building and loan association ΟΥΣ ΑΓΟΡ-ΣΥΝΑΓ

Τραπεζική, χρηματική και ασφαλιστική ορολογία PONS
αγγλικά
αγγλικά
γερμανικά
γερμανικά
Bausparer(in) αρσ (θηλ)
γερμανικά
γερμανικά
αγγλικά
αγγλικά
Τραπεζική, χρηματική και ασφαλιστική ορολογία PONS

association ΟΥΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣ ΔΟΜ

Verband αρσ

loan ΟΥΣ ΕΠΈΝΔ-ΧΡΗΜ

loan ΟΥΣ ΧΡΗΜΑΤΑΓ

Anleihe θηλ
Darlehen ουδ
Kredit αρσ

loan ΟΥΣ ΕΠΈΝΔ-ΧΡΗΜ

Beleihung θηλ
Ausleihung θηλ
Present
Ibuild
youbuild
he/she/itbuilds
webuild
youbuild
theybuild
Past
Ibuilt
youbuilt
he/she/itbuilt
webuilt
youbuilt
theybuilt
Present Perfect
Ihavebuilt
youhavebuilt
he/she/ithasbuilt
wehavebuilt
youhavebuilt
theyhavebuilt
Past Perfect
Ihadbuilt
youhadbuilt
he/she/ithadbuilt
wehadbuilt
youhadbuilt
theyhadbuilt

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων

Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων

Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.