Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

lusine
Sichtguthaben

στο λεξικό PONS

ˈsight funds ΟΥΣ πλ ΧΡΗΜΑΤΟΠ

στο λεξικό PONS

I. fund [fʌnd] ΟΥΣ

1. fund (stock of money):

Fonds αρσ <-, ->
Notfonds αρσ <-, ->
Pensionsfonds αρσ <-, ->
Pensionskasse θηλ <-, -n>
Tilgungsfonds αρσ <-, ->
Amortisationsfonds αρσ <-, ->

2. fund (money invested):

Investmentfonds αρσ <-, ->

3. fund (money):

Eigenkapital ουδ <-s, -e>
to be in funds person
gut bei Kasse sein οικ
to be in funds institution
[für etw αιτ] Geld [o. Spenden] sammeln

4. fund μτφ (source):

Vorrat αρσ <-(e)s, -rä·te> an +δοτ

II. fund [fʌnd] ΡΉΜΑ μεταβ

to fund sth (invest)
in etw αιτ investieren
to fund debts ΧΡΗΜΑΤΟΠ

Funds [fʌndz] ΟΥΣ

Funds πλ βρετ (government stocks):

I. sight [saɪt] ΟΥΣ

1. sight no pl (ability to see):

Sehvermögen ουδ <-s> kein pl
Sehleistung θηλ <-> kein pl
Sehkraft θηλ <-> kein pl

2. sight no pl:

Sicht θηλ <-, -en>
Sichtweite θηλ <-, -n>
Sicht θηλ <-, -en>
get out of my sight! οικ
to lose sight of sth/sb also μτφ
etw aus den Augen verlieren a. μτφ

3. sight no pl μτφ:

Sicht θηλ <-, -en>

4. sight no pl (act of seeing):

Anblick αρσ <-(e)s> kein pl
to catch sight of sb/sth
jdn/etw erblicken
to do sth on sight
to hate [or loathe]/be sick of the sight of sb/sth

5. sight no pl (image, spectacle):

Anblick αρσ <-(e)s, -e>
to be [or look] a sight οικ (ridiculous)
ein Bild [o. Anblick] für die Götter sein οικ a. χιουμ

6. sight no pl τυπικ (inspection):

sight of a document, contract of
Einsicht θηλ <-, -en> in +αιτ

7. sight (attractions):

8. sight (on a gun):

Visier ουδ <-s, -e>

9. sight no pl οικ (a lot):

ιδιωτισμοί:

out of sight, out of mind παροιμ
aus den Augen, aus dem Sinn παροιμ
spitze [o. toll] sein οικ
sich δοτ etw zum Ziel machen
to be within [or in]sight of sth
kurz vor etw δοτ stehen

II. sight [saɪt] ΡΉΜΑ μεταβ

1. sight (see):

ιδιωτισμοί:

Καταχώριση OpenDict

fund ΟΥΣ

Τραπεζική, χρηματική και ασφαλιστική ορολογία PONS

sight funds ΟΥΣ ΕΠΈΝΔ-ΧΡΗΜ

Τραπεζική, χρηματική και ασφαλιστική ορολογία PONS
Τραπεζική, χρηματική και ασφαλιστική ορολογία PONS

fund ΡΉΜΑ μεταβ ΧΡΗΜΑΤΑΓ

fund ΟΥΣ ΧΡΗΜΑΤΑΓ

Fonds αρσ

funds ΟΥΣ ΕΠΈΝΔ-ΧΡΗΜ

Gelder πλ
Present
Ifund
youfund
he/she/itfunds
wefund
youfund
theyfund
Past
Ifunded
youfunded
he/she/itfunded
wefunded
youfunded
theyfunded
Present Perfect
Ihavefunded
youhavefunded
he/she/ithasfunded
wehavefunded
youhavefunded
theyhavefunded
Past Perfect
Ihadfunded
youhadfunded
he/she/ithadfunded
wehadfunded
youhadfunded
theyhadfunded

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων

Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων

Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.