Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

ausgiebiges
terme

Γαλλικό λεξικό Oxford-Hachette

quarter day ΟΥΣ

terme αρσ
jour αρσ du terme
Γαλλικό λεξικό Oxford-Hachette

I. quarter [βρετ ˈk(w)ɔːtə, αμερικ ˈkwɔrdər] ΟΥΣ

1. quarter (one fourth):

quart αρσ

2. quarter (15 minutes):

quart αρσ d'heure

3. quarter ΧΡΗΜΑΤΟΠ:

trimestre αρσ

4. quarter (district):

quartier αρσ

5. quarter (group):

milieu αρσ

6. quarter (mercy):

quarter λογοτεχνικό
quartier αρσ λογοτεχνικό
quarter λογοτεχνικό
pitié θηλ

7. quarter αμερικ (25 cents):

vingt-cinq cents αρσ πλ

8. quarter βρετ (unit of weight):

= 113, 4 g

9. quarter αμερικ (unit of weight):

= 12, 7 kg

10. quarter ΜΑΓΕΙΡ:

quartier αρσ

11. quarter ΑΘΛ (time period):

quart αρσ de temps

12. quarter ΑΣΤΡΟΝ:

quartier αρσ

13. quarter (gen) ΝΑΥΣ:

14. quarter ΕΡΑΛΔ:

quartier αρσ

II. quarters ΟΥΣ

quarters ουσ πλ ΣΤΡΑΤ:

quartiers αρσ πλ
logement αρσ
se loger (in dans)
to be confined to quarters ΣΤΡΑΤ
battle or general quarters ΣΤΡΑΤ
poste αρσ de combat

III. quarter [βρετ ˈk(w)ɔːtə, αμερικ ˈkwɔrdər] ΑΝΤΩΝ

1. quarter (25%):

quart αρσ

2. quarter (in time phrases):

at (a) quarter to 11 βρετ, at a quarter of 11 αμερικ

3. quarter (in age):

IV. quarter [βρετ ˈk(w)ɔːtə, αμερικ ˈkwɔrdər] ΕΠΊΘ

≈ 500 m
≈ 250 kg

V. quarter [βρετ ˈk(w)ɔːtə, αμερικ ˈkwɔrdər] ΕΠΊΡΡ

VI. at close quarters ΕΠΊΡΡ

VII. quarter [βρετ ˈk(w)ɔːtə, αμερικ ˈkwɔrdər] ΡΉΜΑ μεταβ

1. quarter (divide into four):

quarter cake, apple

2. quarter (accommodate):

quarter troops
quarter people
quarter livestock

3. quarter ΙΣΤΟΡΊΑ (torture):

quarter prisoner

4. quarter ΚΥΝΉΓΙ:

quarter dogs:

day [βρετ deɪ, αμερικ deɪ] ΟΥΣ

1. day (24-hour period):

jour αρσ
one fine day μτφ
the day when or that
le jour
from this day forth λογοτεχνικό

2. day (until evening):

journée θηλ
what a day! προσδιορ job

3. day (as opposed to night):

jour αρσ
at close of day λογοτεχνικό
at close of day προσδιορ nurse

4. day (specific):

jour αρσ

5. day (as historical period):

day gén πλ
époque θηλ
il a 50 ans bien tassés! οικ

week [βρετ wiːk, αμερικ wik] ΟΥΣ

semaine θηλ
a week today/on Monday βρετ, a week from today/Monday αμερικ, today/Monday week
a week yesterday βρετ, a week from yesterday αμερικ
a 40-hour week
the working or work αμερικ week

στο λεξικό PONS

quarter day ΟΥΣ βρετ

terme αρσ
στο λεξικό PONS

I. quarter [ˈkwɔ:tə(r), αμερικ ˈkwɔ:rt̬ɚ] ΟΥΣ

1. quarter (one fourth):

quart αρσ

2. quarter (15 minutes):

a quarter past [or αμερικ after] three

3. quarter (1/4 of year, school term):

trimestre αρσ

4. quarter αμερικ:

pièce θηλ de 25 cents
25 cents αρσ

5. quarter (neighbourhood):

quartier αρσ

6. quarter (mercy):

quartier αρσ

7. quarter πλ (unspecified group or person):

milieu αρσ

8. quarter (area of compass):

quart αρσ

II. quarter [ˈkwɔ:tə(r), αμερικ ˈkwɔ:rt̬ɚ] ΡΉΜΑ μεταβ

1. quarter (cut into four):

2. quarter passive (give housing):

III. quarter [ˈkwɔ:tə(r), αμερικ ˈkwɔ:rt̬ɚ] ΕΠΊΘ

≈ 100 grammes

day [deɪ] ΟΥΣ

1. day (24 hours):

jour αρσ
journée θηλ
bonjour! καναδ γαλλ

2. day (particular day):

Boxing Day βρετ

3. day (imprecise time):

4. day (period of time):

journée θηλ

5. day (working hours):

journée θηλ

6. day (salary):

journée θηλ

7. day (distance):

8. day πλ τυπικ (life):

ιδιωτισμοί:

στο λεξικό PONS

I. quarter [ˈkwɔr·t̬ər] ΟΥΣ

1. quarter (one fourth):

quart αρσ

2. quarter:

pièce θηλ de 25 cents
25 cents mpl

3. quarter (15 minutes):

4. quarter (1/4 of year, school term):

trimestre αρσ

5. quarter sports (period):

quart-temps αρσ

6. quarter (neighborhood):

quartier αρσ

7. quarter πλ (unspecified group or person):

milieu αρσ

8. quarter (area of compass):

quart αρσ

II. quarter [ˈkwɔr·t̬ər] ΡΉΜΑ μεταβ

1. quarter (cut into four):

2. quarter passive (give housing):

III. quarter [ˈkwɔr·t̬ər] ΕΠΊΘ

≈ 100 grammes

day [deɪ] ΟΥΣ

1. day (24 hours):

jour αρσ
journée θηλ
bonjour! καναδ γαλλ

2. day (particular day):

3. day (imprecise time):

4. day (period of time):

journée θηλ

5. day (working hours):

journée θηλ
jour αρσ de congé [ou repos]

6. day (distance):

7. day πλ τυπικ (life):

ιδιωτισμοί:

Present
Iquarter
youquarter
he/she/itquarters
wequarter
youquarter
theyquarter
Past
Iquartered
youquartered
he/she/itquartered
wequartered
youquartered
theyquartered
Present Perfect
Ihavequartered
youhavequartered
he/she/ithasquartered
wehavequartered
youhavequartered
theyhavequartered
Past Perfect
Ihadquartered
youhadquartered
he/she/ithadquartered
wehadquartered
youhadquartered
theyhadquartered

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων

Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων

Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

It is used to define the beginning and length of the day, the week, the month, the seasons, quarter days, and festivals.
en.wikipedia.org
The wheel above depicts 8 seasonal holidays that mark the solstices, the equinoxes and the four days in between them called the cross quarter days.
www.irishcentral.com