Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

remettre’
ulterior motive

Γαλλικό λεξικό Oxford-Hachette

γαλλικά
γαλλικά
αγγλικά
αγγλικά

arrière-pensée <πλ arrière-pensées> [aʀjɛʀpɑ̃se] ΟΥΣ θηλ

ulterior motive (de faire of doing)
αγγλικά
αγγλικά
γαλλικά
γαλλικά

ulterior [βρετ ʌlˈtɪərɪə, αμερικ əlˈtɪriər] ΕΠΊΘ

1. ulterior (hidden):

ulterior motive, purpose

2. ulterior (subsequent):

I. mean [βρετ miːn, αμερικ min] ΟΥΣ

1. mean (gen) ΜΑΘ:

moyenne θηλ

2. mean (middle point):

mean μτφ
milieu αρσ

II. mean [βρετ miːn, αμερικ min] ΕΠΊΘ

1. mean (average):

mean weight, temperature, age

2. mean (ungenerous):

mean person
mean person
radin οικ
mean attitude, nature
mean examiner
to be mean with portion, quantity

3. mean (unkind):

mean person, action
to be mean about appearance, performance

4. mean (vicious):

mean animal, person, expression

5. mean (tough):

c'est un sale type οικ

6. mean (skilful) οικ:

mean cook, cocktail
after ουσ she makes a mean margarita

7. mean (small) οικ:

8. mean (lowly) λογοτεχνικό:

mean dwelling
mean birth
mean origin

9. mean αμερικ (off colour) οικ:

III. mean <απλ παρελθ, μετ παρακειμ meant> [βρετ miːn, αμερικ min] ΡΉΜΑ μεταβ

1. mean (signify):

mean word, symbol, phrase:
signifier, vouloir dire (that que)
mean sign:

2. mean (intend):

to mean sb to do βρετ, to mean for sb to do αμερικ
to be meant for sb question, bomb:
avoir de bonnes intentions (by sb à l'égard de qn)

3. mean (entail):

mean strike, law: shortages, changes
mean budget: tax cuts

4. mean (intend to say):

5. mean (be of value):

6. mean (be destined) tjrs au passif:

7. mean (be supposed to be) tjrs au passif:

he's/you're etc meant to be impartial, sad

στο λεξικό PONS

γαλλικά
γαλλικά
αγγλικά
αγγλικά

arrière-pensée <arrière-pensées> [aʀjɛʀpɑ̃se] ΟΥΣ θηλ

αγγλικά
αγγλικά
γαλλικά
γαλλικά

ulterior [ʌlˈtɪərɪəʳ, αμερικ -ˈtɪrɪɚ] ΕΠΊΘ

I. mind [maɪnd] ΟΥΣ

1. mind (brain):

esprit αρσ

2. mind (thought, memory):

esprit αρσ

3. mind (intention):

esprit αρσ
I have half a mind to +infin
ça me démange de +infin

4. mind (consciousness):

5. mind ενικ (opinion):

avis αρσ
to sb's mind

6. mind (intelligent person):

esprit αρσ

ιδιωτισμοί:

II. mind [maɪnd] ΡΉΜΑ μεταβ

1. mind (be careful of):

mind you do sth

2. mind (look after):

3. mind (concern oneself):

don't mind sb/sth

4. mind (object):

to mind sb/sth
I don't mind sb/sth
qn/qc ne me gêne pas

5. mind σκοτσ (remember):

6. mind αμερικ, σκοτσ (obey):

ιδιωτισμοί:

III. mind [maɪnd] ΡΉΜΑ αμετάβ

do you mind if ...?
never you mind! οικ
στο λεξικό PONS
γαλλικά
γαλλικά
αγγλικά
αγγλικά

arrière-pensée <arrière-pensées> [aʀjɛʀpɑ͂se] ΟΥΣ θηλ

αγγλικά
αγγλικά
γαλλικά
γαλλικά

ulterior [ʌl·ˈtɪr·i·ər] ΕΠΊΘ

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων

Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων

Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

Non sans arrière-pensée, l'ancienne classe des sciences morales et politiques est dissoute dans les quatre nouvelles.
fr.wikipedia.org
C'étaient des chansons pop, sans autre arrière-pensée que de créer un son, de faire de la musique.
fr.wikipedia.org
Ce sont essentiellement des modèles, ou des jeunes femmes qu'il croise dans la rue et persuade de se laisser peindre, parfois peut-être sans arrière-pensée.
fr.wikipedia.org
Cette dernière hypothèse a été passionnément défendue, non sans arrière-pensées apologétiques.
fr.wikipedia.org
Il doit cependant s'engager par un acte écrit à restreindre son pouvoir, ce qu'il fait sans arrière-pensée car il s'intéresse peu aux affaires publiques.
fr.wikipedia.org