Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

damaigrissement
Male
γερμανικά
γερμανικά
αγγλικά
αγγλικά

Mal1 <-[e]s, -e [o. nach Zahlwörtern -]> [ma:l] ΟΥΣ ουδ (Zeitpunkt)

ein letztes Mal τυπικ
mehrere Male
das soundsovielte [o. x-te] Mal οικ
ein für alle Mal μτφ
mit einem Mal[e] μτφ

Mal2 <-[e]s, -e [o. Mäler]> [ma:l, πλ ˈmɛ:lɐ] ΟΥΣ ουδ

1. Mal < πλ -e>:

2. Mal < πλ Mäler> τυπικ (Denkmal):

3. Mal < πλ -e> ΑΘΛ (Feldmarkierung):

mal1 [ˈma:l] ΕΠΊΡΡ

1. mal ΜΑΘ:

2. mal (eben so):

gerade mal οικ

mal2 [ma:l] ΕΠΊΡΡ οικ

mal συντομογραφία: einmal

ein·mal2 [ˈainma:l] ΜΌΡ

1. einmal (eben):

2. einmal (einschränkend):

ein·mal1, 1-mal [ˈainma:l] ΕΠΊΡΡ

1. einmal (ein Mal):

2. einmal (ein einziges Mal):

3. einmal (zunächst):

4. einmal (ein weiteres Mal):

5. einmal (früher irgendwann):

6. einmal (später irgendwann):

some [or one] day

ιδιωτισμοί:

einmal ist keinmal παροιμ

x-mal [ˈɪksma:l] ΕΠΊΡΡ οικ

umpteen times οικ

zehn·mal, 10-mal [ˈtse:nma:l] ΕΠΊΡΡ

acht·mal, 8-mal [ˈaxtma:l] ΕΠΊΡΡ

αγγλικά
αγγλικά
γερμανικά
γερμανικά

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος

Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

Diese Szenen mussten beide Protagonisten unter Regieanleitung mehrere Male wiederholen, damit das Drehteam die ideale Kameraeinstellung für die spätere reale Szene herausfinden und üben konnte.
de.wikipedia.org
Das Mahlen der Kornteile wurde mehrmals durchgeführt und danach auch mehrere Male abgesiebt.
de.wikipedia.org
Das heutige Kirchengebäude wurde an der Stelle der alten Kirche errichtet und im 20. Jahrhundert etliche Male erneuert und umgebaut.
de.wikipedia.org
Prozeduren dienen dazu, den Quelltext übersichtlicher zu gestalten und dass immer wiederkehrende Aufgaben nicht mehrere Male geschrieben werden müssen.
de.wikipedia.org
In den acht Jahren seiner Theaterkarriere führte er auch etliche Male Regie.
de.wikipedia.org

Αναζήτηση "Male" σε άλλες γλώσσες