Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

Helle(s)
Pilot

στο λεξικό PONS

I. pi·lot [ˈpaɪlət] ΟΥΣ

1. pilot:

pilot ΑΕΡΟ
Pilot(in) αρσ (θηλ) <-en, -en>
pilot ΝΑΥΣ
Lotse(Lotsin) αρσ (θηλ) <-n, -n>

2. pilot TV:

pilot
Pilotfilm θηλ <-(e)s, -e>

3. pilot ΤΕΧΝΟΛ:

pilot (pilot light)
Kontrolllampe θηλ <-, -n>
pilot (flame)
Zündflamme θηλ <-, -n>

II. pi·lot [ˈpaɪlət] ΡΉΜΑ μεταβ

1. pilot ΑΕΡΟ, ΝΑΥΣ:

to pilot an aircraft
to pilot a ship

2. pilot μτφ (guide):

to pilot sth

3. pilot (test):

to pilot a project

III. pi·lot [ˈpaɪlət] ΕΠΊΘ usu προσδιορ, αμετάβλ

pilot
Pilot-
pilot study
Pilotstudie θηλ <-, -n>
a pilot test

ˈpi·lot's li·cence, αμερικ ˈpi·lot's li·cense ΟΥΣ

Flugschein αρσ <-(e)s, -e>

ˈpi·lot pro·gram ΟΥΣ αμερικ

pilot program
Testreihe θηλ <-, -n>
Pilotprojekt ουδ <-(e)s, -e>

pi·lot ˈepi·sode ΟΥΣ

pilot episode
Pilotfilm θηλ <-(e)s, -e>

ˈpi·lot part·ner ΟΥΣ ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ

pilot partner
Pilotpartner(in) αρσ (θηλ)

ˈpi·lot sur·vey ΟΥΣ

pilot survey

ˈsky pi·lot ΟΥΣ οικ

sky pilot
Geistliche(r) αρσ <-n, -n; -n, -n>
sky pilot
Pfaffe αρσ <-n, -n> μειωτ οικ

ˈpilot-test ΡΉΜΑ μεταβ

to pilot-test sth

auto·mat·ic ·pi·lot ΟΥΣ

automatic pilot
Autopilot αρσ
Καταχώριση OpenDict

aeroplane pilot, airplane pilot ΟΥΣ

aeroplane pilot [or Am airplane pilot]
Flugzeugpilot(in) αρσ θηλ

Τραπεζική, χρηματική και ασφαλιστική ορολογία PONS

αγγλικά
αγγλικά
γερμανικά
γερμανικά

pilot partner ΟΥΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣ ΔΟΜ

pilot partner

pilot phase ΟΥΣ ΜΆΡΚΕΤΙΝΓΚ

Pilotphase θηλ
γερμανικά
γερμανικά
αγγλικά
αγγλικά
pilot partner
pilot project

Ορολογία γεωγραφίας της Ernst Klett Sprachen

pilot survey [ˈpaɪlətˌsɜːveɪ] ΟΥΣ

pilot survey
pilot survey

Ειδικό λεξιλόγιο PONS «Συγκοινωνίες»

αγγλικά
αγγλικά
γερμανικά
γερμανικά

pilot study, pilot survey ΔΗΜΟΣΚ

pilot study
γερμανικά
γερμανικά
αγγλικά
αγγλικά
pilot survey

Ορολογία μηχατρονικής της Klett

ˈpi·lot valve ΟΥΣ mechatr

Present
Ipilot
youpilot
he/she/itpilots
wepilot
youpilot
theypilot
Past
Ipiloted
youpiloted
he/she/itpiloted
wepiloted
youpiloted
theypiloted
Present Perfect
Ihavepiloted
youhavepiloted
he/she/ithaspiloted
wehavepiloted
youhavepiloted
theyhavepiloted
Past Perfect
Ihadpiloted
youhadpiloted
he/she/ithadpiloted
wehadpiloted
youhadpiloted
theyhadpiloted

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος

Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

The version of the show which aired in 1992 had a slightly different cast from that of the unaired pilot episode.
en.wikipedia.org
These scenes, which form the majority of the video, take place in the ships pilots quarters.
en.wikipedia.org
The pilot will reportedly make history, as it's the first time a series created originally for the web will first premiere on television.
en.wikipedia.org
Again, the pilot will note this as evidence that icing conditions are present.
en.wikipedia.org
The airport will also have a pilot training school.
en.wikipedia.org