στο λεξικό PONS
CHIPS [tʃɪps] ΟΥΣ
CHIPS ΟΙΚΟΝ, ΧΡΗΜΑΤΟΠ ακρώνυμο: Clearing House Interbank Payments System
I. chip [tʃɪp] ΟΥΣ
2. chip:
3. chip βρετ ΜΑΓΕΙΡ (fried potato):
6. chip (for gambling):
II. chip <-pp-> [tʃɪp] ΡΉΜΑ μεταβ
I. fine1 [faɪn] ΕΠΊΘ
1. fine κατηγορ, αμετάβλ (acceptable, satisfactory):
2. fine (admirable, excellent):
3. fine (unpleasantly intense, nasty):
4. fine (slender, cut small):
6. fine:
7. fine:
II. fine1 [faɪn] ΕΠΊΡΡ
1. fine αμετάβλ (acceptably, all right):
2. fine (thinly):
I. fine2 [faɪn] ΟΥΣ
II. fine2 [faɪn] ΡΉΜΑ μεταβ
I. stone [stəʊn, αμερικ stoʊn] ΟΥΣ
1. stone no pl ΓΕΩΛ:
3. stone (piece of rock):
6. stone (in fruit):
7. stone < pl -> βρετ (14 lbs):
-
- britische Gewichtseinheit, die 6,35 kg entspricht
ιδιωτισμοί:
II. stone [stəʊn, αμερικ stoʊn] ΟΥΣ modifier
IV. stone [stəʊn, αμερικ stoʊn] ΕΠΊΡΡ αμετάβλ
V. stone [stəʊn, αμερικ stoʊn] ΡΉΜΑ μεταβ
1. stone (throw stones at):
chip ΟΥΣ
- chip ΑΥΤΟΚ
-
Τραπεζική, χρηματική και ασφαλιστική ορολογία PONS
CHIPS ΟΥΣ
fine ΟΥΣ ΟΙΚΟΝ ΔΊΚ
-
- Ordnungsgeld ουδ
Ορολογία γεωγραφίας της Ernst Klett Sprachen
Ειδικό λεξιλόγιο PONS «Συγκοινωνίες»
| I | chip |
|---|---|
| you | chip |
| he/she/it | chips |
| we | chip |
| you | chip |
| they | chip |
| I | chipped |
|---|---|
| you | chipped |
| he/she/it | chipped |
| we | chipped |
| you | chipped |
| they | chipped |
| I | have | chipped |
|---|---|---|
| you | have | chipped |
| he/she/it | has | chipped |
| we | have | chipped |
| you | have | chipped |
| they | have | chipped |
| I | had | chipped |
|---|---|---|
| you | had | chipped |
| he/she/it | had | chipped |
| we | had | chipped |
| you | had | chipped |
| they | had | chipped |
PONS OpenDict
Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;
Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.