Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

laudiovisuel
feine Steinsplitter

στο λεξικό PONS

CHIPS [tʃɪps] ΟΥΣ

CHIPS ΟΙΚΟΝ, ΧΡΗΜΑΤΟΠ ακρώνυμο: Clearing House Interbank Payments System

I. chip [tʃɪp] ΟΥΣ

1. chip:

Splitter αρσ <-s, ->
Span αρσ <-(e)s, Spä̱·ne>

2. chip:

Scharte θηλ <-, -n>

3. chip βρετ ΜΑΓΕΙΡ (fried potato):

Pommes οικ pl

4. chip αμερικ ΜΑΓΕΙΡ (crisps):

5. chip Η/Υ:

Chip αρσ <-s, -s>

6. chip (for gambling):

Spielmarke θηλ <-, -n>
Chip αρσ <-s, -s>
Einsatz αρσ <-es, -sät·ze>

ιδιωτισμοί:

to have had one's chips βρετ οικ

II. chip <-pp-> [tʃɪp] ΡΉΜΑ μεταβ

1. chip (damage):

to chip sth

2. chip ΑΘΛ:

3. chip (cut):

to chip sth food
to chip sth hard substance

III. chip <-pp-> [tʃɪp] ΡΉΜΑ αμετάβ

I. fine1 [faɪn] ΕΠΊΘ

1. fine κατηγορ, αμετάβλ (acceptable, satisfactory):

in Ordnung οικ
gut <besser, am besten>
ειρων that's all fine, but ...

2. fine (admirable, excellent):

fine performance, player

3. fine (unpleasantly intense, nasty):

fine ειρων
schön οικ ειρων
fine ειρων
fein <feiner, am feinsten>
schöne Worte ειρων

4. fine (slender, cut small):

fein <feiner, am feinsten>
fine slice
fine features επιβεβαιωτ

5. fine (cloudless, pleasant):

6. fine:

edel τυπικ
fine manners
fein <feiner, am feinsten>
fine house

7. fine:

fein <feiner, am feinsten>

II. fine1 [faɪn] ΕΠΊΡΡ

1. fine αμετάβλ (acceptably, all right):

fein <feiner, am feinsten>
[sehr] gut οικ

2. fine (thinly):

fein <feiner, am feinsten>

ιδιωτισμοί:

to cut sth fine

I. fine2 [faɪn] ΟΥΣ

Geldstrafe θηλ <-, -n>
Geldbuße θηλ <-, -n>
Bußgeld ουδ
Ordnungsgeld ουδ <-(e)s, -er>

II. fine2 [faɪn] ΡΉΜΑ μεταβ

to fine sb [for sth]

I. stone [stəʊn, αμερικ stoʊn] ΟΥΣ

1. stone no pl ΓΕΩΛ:

Stein αρσ <-(e)s, -e>

2. stone ΑΡΧΙΤ:

[Bau]stein αρσ

3. stone (piece of rock):

Stein αρσ <-(e)s, -e>
to drop [or fall][or sink] like a stone

4. stone ΙΑΤΡ:

Stein αρσ <-(e)s, -e>

5. stone (jewel):

[Edel]stein αρσ

6. stone (in fruit):

Stein αρσ <-(e)s, -e>
Kern αρσ <-(e)s, -e>

7. stone < pl -> βρετ (14 lbs):

8. stone no pl (colour):

Steingrau ουδ

ιδιωτισμοί:

ein ehernes Gesetz sein τυπικ
a rolling stone gathers no moss παροιμ

II. stone [stəʊn, αμερικ stoʊn] ΟΥΣ modifier

stone (floor, staircase, tablet, wall):

III. stone [stəʊn, αμερικ stoʊn] ΕΠΊΘ προσδιορ, αμετάβλ

IV. stone [stəʊn, αμερικ stoʊn] ΕΠΊΡΡ αμετάβλ

1. stone (like a stone):

2. stone (completely):

stockbesoffen αργκ

V. stone [stəʊn, αμερικ stoʊn] ΡΉΜΑ μεταβ

1. stone (throw stones at):

to stone sb/sth
to stone sb/sth

2. stone (remove pit):

ιδιωτισμοί:

stone the crows [or me]! βρετ dated οικ
ich glaub, mich laust der Affe! αργκ
Καταχώριση OpenDict

chip ΟΥΣ

Chip αρσ
Καταχώριση OpenDict

chip ΟΥΣ

chip ΑΥΤΟΚ
Καταχώριση OpenDict

stone ΟΥΣ

to be set in stone μτφ

Τραπεζική, χρηματική και ασφαλιστική ορολογία PONS

CHIPS ΟΥΣ

CHIPS συντομογραφία: clearing house interbank payments system ΧΡΗΜΑΤΑΓ

clearing house interbank payments system ΟΥΣ ΧΡΗΜΑΤΑΓ

fine ΟΥΣ ΟΙΚΟΝ ΔΊΚ

Ορολογία γεωγραφίας της Ernst Klett Sprachen

chips ΟΥΣ

Späne (meist Plural)

Ειδικό λεξιλόγιο PONS «Συγκοινωνίες»

fine stone chippings βρετ, fine stone chips αμερικ ΟΔ ΑΣΦ

Ειδικό λεξιλόγιο PONS «Συγκοινωνίες»
stone chips αμερικ
Present
Ichip
youchip
he/she/itchips
wechip
youchip
theychip
Past
Ichipped
youchipped
he/she/itchipped
wechipped
youchipped
theychipped
Present Perfect
Ihavechipped
youhavechipped
he/she/ithaschipped
wehavechipped
youhavechipped
theyhavechipped
Past Perfect
Ihadchipped
youhadchipped
he/she/ithadchipped
wehadchipped
youhadchipped
theyhadchipped

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος