Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

Establishment
Girokonto

στο λεξικό PONS

cur·rent ac·ˈcount ΟΥΣ βρετ

Girokonto ουδ
στο λεξικό PONS
αγγλικά
αγγλικά
γερμανικά
γερμανικά
γερμανικά
γερμανικά
αγγλικά
αγγλικά
current [or αμερικ checking] account
στο λεξικό PONS

I. ac·count [əˈkaʊnt] ΟΥΣ

1. account (description):

Bericht αρσ <-(e)s, -e>
to give [or τυπικ render] an account of sth
to give [or τυπικ render] an account of sth

2. account ΔΙΑΔ (user account):

Benutzerkonto ουδ <-s, -konten>

3. account (with a bank):

Konto ουδ <-s, Kon·ten>
savings [or βρετ deposit]account
Sparkonto ουδ <-s, -s>
current βρετ[or αμερικ checking]account (personal)
Girokonto ουδ
current βρετ[or αμερικ checking]account (business)
Kontokorrentkonto ουδ <-s, -konten> ειδικ ορολ
Gemeinschaftskonto ουδ <-s, -konten>
Depot ουδ <-s, -s>
NOW account αμερικ
Kontoauszug αρσ <-(e)s, -züge>
to pay sth into [or αμερικ, αυστραλ deposit sth in] an account
to pay sth into [or αμερικ, αυστραλ deposit sth in] an account (in person)

4. account (credit):

[Kunden]kredit αρσ
to buy sth on account βρετ
to pay sth on account βρετ dated
to pay sth on account βρετ dated
to put sth on [or charge sth to] sb's account
to put sth on [or charge sth to] sb's account

5. account (bill):

Rechnung θηλ <-, -en>

6. account ΟΙΚΟΝ (records):

Buchhaltung θηλ <->
Rechnungswesen ουδ <-s>
period of account ΧΡΗΜΑΤΟΠ, ΟΙΚΟΝ
Geschäftsjahr ουδ <-(e)s, -e>
to keep the accounts esp βρετ
über etw αιτ Buch führen

7. account ΧΡΗΜΑΤΙΣΤ:

8. account (customer):

Kunde(Kundin) αρσ (θηλ) <-n, -n; -, -nen>
[Kunden]vertrag αρσ

9. account no pl (consideration):

10. account (reason):

aufgrund einer S. γεν

11. account no pl τυπικ (importance):

12. account no pl (responsibility):

13. account ΝΟΜ:

ιδιωτισμοί:

to turn sth to [good] account τυπικ

II. ac·count [əˈkaʊnt] ΡΉΜΑ μεταβ τυπικ

III. ac·count [əˈkaʊnt] ΡΉΜΑ αμετάβ

1. account (explain):

2. account (locate):

3. account (make up):

4. account (bill):

5. account dated (defeat):

jdn zur Strecke bringen τυπικ

I. cur·rent [ˈkʌrənt, αμερικ ˈkɜ:r-] ΕΠΊΘ

current periodical
current assets ΟΙΚΟΝ
Umlaufvermögen ουδ <-s, ->
current liabilities ΟΙΚΟΝ

II. cur·rent [ˈkʌrənt, αμερικ ˈkɜ:r-] ΟΥΣ

1. current (of air, water):

Strömung θηλ <-, -en>
Luftströmung θηλ <-, -en>

2. current ΗΛΕΚ:

3. current μτφ (tendency):

Tendenz θηλ <-, -en>
Trend αρσ <-s, -s>
Modetrend αρσ <-s, -s>
Καταχώριση OpenDict

current ΕΠΊΘ

Καταχώριση OpenDict

account ΡΉΜΑ

Καταχώριση OpenDict

account ΟΥΣ

accounts receivable ΧΡΗΜΑΤΟΠ
Forderungskonto ουδ

Τραπεζική, χρηματική και ασφαλιστική ορολογία PONS

current account ΟΥΣ ΕΠΈΝΔ-ΧΡΗΜ

Girokonto ουδ

current account deficit ΟΥΣ ΛΟΓΙΣΤ

current account balance ΟΥΣ ΕΠΈΝΔ-ΧΡΗΜ

current account loan ΟΥΣ ΕΠΈΝΔ-ΧΡΗΜ

current account deposit ΟΥΣ ΕΠΈΝΔ-ΧΡΗΜ

credit on current account ΟΥΣ ΕΠΈΝΔ-ΧΡΗΜ

bank current account ΟΥΣ ΕΠΈΝΔ-ΧΡΗΜ

BKK ουδ

account current final accounts ΟΥΣ ΛΟΓΙΣΤ

Τραπεζική, χρηματική και ασφαλιστική ορολογία PONS
Τραπεζική, χρηματική και ασφαλιστική ορολογία PONS

current ΕΠΊΘ ΛΟΓΙΣΤ

account ΟΥΣ ΕΠΕΞΕΡΓ ΣΥΝΑΛΛ

Account αρσ

account ΟΥΣ ΧΡΗΜΑΤΑΓ

Depot ουδ
Present
Iaccount
youaccount
he/she/itaccounts
weaccount
youaccount
theyaccount
Past
Iaccounted
youaccounted
he/she/itaccounted
weaccounted
youaccounted
theyaccounted
Present Perfect
Ihaveaccounted
youhaveaccounted
he/she/ithasaccounted
wehaveaccounted
youhaveaccounted
theyhaveaccounted
Past Perfect
Ihadaccounted
youhadaccounted
he/she/ithadaccounted
wehadaccounted
youhadaccounted
theyhadaccounted

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων

Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων

Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

Large current account surpluses caused rapid real appreciation of the rouble between 2000 and 2008.
en.wikipedia.org
The appreciation of asset prices, referred to as positive valuation effects in this case exactly offsets the current account deficit.
en.wikipedia.org
In calculating current account, exports are marked as credit (the inflow of money) and imports as debit.
en.wikipedia.org
Stabilizing the current account helped restore creditworthiness on international capital markets.
en.wikipedia.org
From 2003 to 2005, this depreciation continued, reflecting a widening current account deficit.
en.wikipedia.org