Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

nenfreint
Zuwachsrate

στο λεξικό PONS

ˈgrowth rate ΟΥΣ ΧΡΗΜΑΤΟΠ

Zuwachsrate θηλ <-, -n>
Steigerungsrate θηλ <-, -n>
στο λεξικό PONS
στο λεξικό PONS

I. rate [reɪt] ΟΥΣ

1. rate (speed):

Geschwindigkeit θηλ <-, -en>
Tempo ουδ <-s, -s>
rate of fall ΦΥΣ
Fallgeschwindigkeit θηλ <-, -en>
rate of flow ΤΕΧΝΟΛ
Durchflussmenge θηλ <-, -n>
Wachstumsrate θηλ <-, -n>

2. rate (measure):

Maß ουδ <-es, -e>
Menge θηλ <-, -n>
Sterblichkeitsrate θηλ <-, -n>
Sterblichkeitsziffer θηλ <-, -n>

3. rate (payment):

Satz αρσ <-es, Sät·ze>

4. rate:

Zinssatz αρσ <-es, -sätze>
Steuersatz αρσ <-es, -sätze>

5. rate ΧΡΗΜΑΤΟΠ (amount of interest paid):

Rate θηλ <-, -n>
Rendite θηλ <-, -n>

6. rate ΧΡΗΜΑΤΟΠ (value of a currency):

Kurs αρσ <-es, -e>
Wechselkurs αρσ <-es, -e>
Wechselkurs αρσ <-es, -e>
Kreuzkurs αρσ
Devisenterminkurs αρσ <-es, -e>
managed rate ΧΡΗΜΑΤΟΠ
Verkaufskurs αρσ <-es, -e>

7. rate βρετ, αυστραλ dated (local tax):

8. rate Η/Υ:

Rate θηλ <-, -n>

ιδιωτισμοί:

at a rate of knots οικ

II. rate [reɪt] ΡΉΜΑ μεταβ

1. rate (regard):

to rate sb/sth
jdn/etw einschätzen

2. rate (be worthy of):

3. rate βρετ, αυστραλ dated (value):

to rate sth
to rate sth

4. rate Η/Υ:

to rate sth

III. rate [reɪt] ΡΉΜΑ αμετάβ

to rate as sth

growth [grəʊθ, αμερικ groʊθ] ΟΥΣ

1. growth no pl (in size):

Wachstum ουδ <-s>

2. growth no pl (increase):

Wachstum ουδ <-s>
Zunahme θηλ <-, -n>
Anstieg αρσ <-(e)s, -e>
Wachstumsrate θηλ <-, -n>
Zuwachsrate θηλ <-, -n>
Wachstumsindustrie θηλ <-, -n>

3. growth no pl of sb's character, intellect:

Entwicklung θηλ <-, -en>
Entfaltung θηλ <-, -en>
Wachstum ουδ <-s>

4. growth (of plant):

Trieb αρσ <-(e)s, -e>
Schössling αρσ <-s, -e>

5. growth no pl (whiskers):

6. growth ΙΑΤΡ:

Geschwulst θηλ <-, Ge·schwụ̈ls·te>
Wucherung θηλ <-, -en>
Tumor αρσ <-s, -Tumo̱ren>

Τραπεζική, χρηματική και ασφαλιστική ορολογία PONS

growth rate ΟΥΣ ΛΟΓΙΣΤ

profit-growth rate ΟΥΣ ΧΡΗΜΑΤΑΓ

compound average growth rate ΟΥΣ ΧΡΗΜΑΤΑΓ

average growth rate ΟΥΣ ΕΠΈΝΔ-ΧΡΗΜ

annual growth rate ΟΥΣ ΧΡΗΜΑΤΑΓ

annual growth rate ΟΥΣ ΛΟΓΙΣΤ

interest rate growth ΟΥΣ ΕΠΈΝΔ-ΧΡΗΜ

rate of growth ΟΥΣ ΛΟΓΙΣΤ

Τραπεζική, χρηματική και ασφαλιστική ορολογία PONS
Τραπεζική, χρηματική και ασφαλιστική ορολογία PONS

rate ΟΥΣ ΑΓΟΡ-ΣΥΝΑΓ

Kurs αρσ
Satz αρσ
Tarif αρσ

rate ΡΉΜΑ μεταβ ΛΟΓΙΣΤ

growth ΟΥΣ ΛΟΓΙΣΤ

Zuwachs αρσ

growth ΟΥΣ ΑΓΟΡ-ΣΥΝΑΓ

Wachstum ουδ

Ορολογία γεωγραφίας της Ernst Klett Sprachen

population growth rate [ˌpɒpjəˈleɪʃnɡrəʊθˌreɪt]

natural growth rate

Ορολογία βιολογίας της Ernst Klett Sprachen

zero growth rate ΟΥΣ

Ειδικό λεξιλόγιο PONS «Συγκοινωνίες»

growth rate ΠΡΟΤΥΠΟΠ, ΑΞΙΟΛΌΓ

Ειδικό λεξιλόγιο PONS «Συγκοινωνίες»

rate

Present
Irate
yourate
he/she/itrates
werate
yourate
theyrate
Past
Irated
yourated
he/she/itrated
werated
yourated
theyrated
Present Perfect
Ihaverated
youhaverated
he/she/ithasrated
wehaverated
youhaverated
theyhaverated
Past Perfect
Ihadrated
youhadrated
he/she/ithadrated
wehadrated
youhadrated
theyhadrated

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων

Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων

Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

Hair growth rate also depends upon what phase in the cycle of hair growth one is actually in; there are three phases.
en.wikipedia.org
In 2002, there were 9,632,600 males (growth rate of 1.0%) and 9,419,300 females (growth rate of 2.2%).
en.wikipedia.org
The endogenous growth theory primarily holds that the long run growth rate of an economy depends on policy measures.
en.wikipedia.org
The accounting result is obtained by subtracting the weighted growth rates of the inputs from the growth rate of the output.
en.wikipedia.org
This represents a population growth rate of 1.8%.
en.wikipedia.org