στο λεξικό PONS
con·trolled eˈcon·omy ΟΥΣ
con·trolled [kənˈtrəʊld, αμερικ -ˈtroʊld] ΕΠΊΘ
1. controlled (mastered):
2. controlled ΙΑΤΡ:
3. controlled ΦΥΣ ΕΠΙΣΤ:
I. con·trol [kənˈtrəʊl, αμερικ -ˈtroʊl] ΟΥΣ
1. control no pl (command):
2. control no pl (self-restraint):
3. control (means of regulating):
4. control ΤΕΧΝΟΛ:
5. control no pl (checkpoint):
6. control (person):
7. control Η/Υ:
8. control (base):
9. control (in an intelligence organization):
II. con·trol <-ll-> [kənˈtrəʊl, αμερικ -ˈtroʊl] ΡΉΜΑ μεταβ
1. control (direct):
2. control (limit, manage):
3. control (as to emotions):
4. control ΤΕΧΝΟΛ:
econo·my [ɪˈkɒnəmi, αμερικ -ˈkɑ:n-] ΟΥΣ
1. economy:
2. economy (thriftiness):
3. economy no pl (sparing use of sth):
controlled ΕΠΊΘ
controlled ΕΠΊΘ
economy ΟΥΣ
Τραπεζική, χρηματική και ασφαλιστική ορολογία PONS
controlled economy ΟΥΣ ΚΡΆΤΟς
control ΟΥΣ CTRL
-
- Überwachung θηλ
control ΟΥΣ ΑΚΊΝ
-
- Bewirtschaftung θηλ
control ΡΉΜΑ μεταβ CTRL
economy ΟΥΣ ΚΡΆΤΟς
economy ΟΥΣ ΑΓΟΡ-ΣΥΝΑΓ
-
- Wirtschaft θηλ
-
- Konjunktur θηλ
| I | control |
|---|---|
| you | control |
| he/she/it | controls |
| we | control |
| you | control |
| they | control |
| I | controlled |
|---|---|
| you | controlled |
| he/she/it | controlled |
| we | controlled |
| you | controlled |
| they | controlled |
| I | have | controlled |
|---|---|---|
| you | have | controlled |
| he/she/it | has | controlled |
| we | have | controlled |
| you | have | controlled |
| they | have | controlled |
| I | had | controlled |
|---|---|---|
| you | had | controlled |
| he/she/it | had | controlled |
| we | had | controlled |
| you | had | controlled |
| they | had | controlled |
PONS OpenDict
Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;
Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.