Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

Kaufen
Währungskursgewinn

στο λεξικό PONS

αγγλικά
αγγλικά
γερμανικά
γερμανικά
Valuta θηλ <-, -ten>
Fremdwährung θηλ <-, -en>
Währungsschwankung θηλ <-, -en>
γερμανικά
γερμανικά
αγγλικά
αγγλικά
στο λεξικό PONS

for·eign [ˈfɒrɪn, αμερικ ˈfɔ:rɪn] ΕΠΊΘ

1. foreign αμετάβλ (from another country):

Ausland ουδ <-[e]s> kein pl
Fremdwährung θηλ <-, -en>
Ausländer(in) αρσ (θηλ) <-s, ->
pl foreign parts χιουμ
Ausland ουδ <-[e]s>
foreign soil τυπικ
in fremder Erde begraben sein [o. τυπικ ruhen]

2. foreign (of other countries):

Außenhandel αρσ <-s> kein pl
Auslandsreise θηλ <-, -n>

3. foreign κατηγορ (not known):

4. foreign αμετάβλ (not belonging):

I. gain [geɪn] ΟΥΣ

1. gain no pl (increase):

Anstieg αρσ <-(e)s> kein pl
Zunahme θηλ <-> kein pl
gain in speed
Erhöhung θηλ <-> kein pl
Gewichtszunahme θηλ <-, -n>

2. gain ΟΙΚΟΝ, ΧΡΗΜΑΤΟΠ (profit):

Gewinn αρσ <-(e)s, -e>
Nettogewinn αρσ <-(e)s, -e>
Reingewinn αρσ <-(e)s, -e>
Vorsteuergewinn αρσ <-(e)s, -e>

3. gain (achievement):

Gewinn αρσ <-(e)s> kein pl
Erfolg αρσ <-(e)s, -e>

4. gain no pl (advantage):

Vorteil αρσ <-s, -e>
to do sth for gain

5. gain no pl ΗΛΕΚ, ΤΕΧΝΟΛ:

II. gain [geɪn] ΡΉΜΑ μεταβ

1. gain (obtain):

to gain sth
sich δοτ Zugang zu etw δοτ verschaffen
sich δοτ Zutritt [zu etw δοτ] verschaffen
to gain ground disease
um sich αιτ greifen
to gain ground rumours
einen Einblick [in etw αιτ] bekommen
[etw] verstehen

2. gain (increase):

to gain sth
an etw δοτ gewinnen

3. gain (reach):

ιδιωτισμοί:

III. gain [geɪn] ΡΉΜΑ αμετάβ

1. gain (increase):

gain prices, numbers
gain prices, numbers
gain clock, watch

2. gain (profit):

von etw δοτ profitieren
durch etw αιτ profitieren

3. gain (catch up):

cur·ren·cy [ˈkʌrən(t)si, αμερικ ˈkɜ:r-] ΟΥΣ

1. currency (money):

Währung θηλ <-, -en>
Teilnehmerwährung θηλ <-, -en>
Valuta <-, -ten> pl

2. currency no pl (acceptance):

Geläufigkeit θηλ <->
um sich αιτ greifen
Καταχώριση OpenDict

gain ΡΉΜΑ

to gain ground on sb/sth μτφ

Τραπεζική, χρηματική και ασφαλιστική ορολογία PONS

foreign currency gain ΟΥΣ ΧΡΗΜΑΤΑΓ

Τραπεζική, χρηματική και ασφαλιστική ορολογία PONS
αγγλικά
αγγλικά
γερμανικά
γερμανικά
Devisen πλ
Valuta θηλ
γερμανικά
γερμανικά
αγγλικά
αγγλικά
foreign currency ενικ
Τραπεζική, χρηματική και ασφαλιστική ορολογία PONS

gain ΟΥΣ ΛΟΓΙΣΤ

Zugewinn αρσ

currency ΟΥΣ ΧΡΗΜΑΤΑΓ

Währung θηλ
Valuta θηλ

Ορολογία γεωγραφίας της Ernst Klett Sprachen

gain ΡΉΜΑ

foreign, alien ΕΠΊΘ

Present
Igain
yougain
he/she/itgains
wegain
yougain
theygain
Past
Igained
yougained
he/she/itgained
wegained
yougained
theygained
Present Perfect
Ihavegained
youhavegained
he/she/ithasgained
wehavegained
youhavegained
theyhavegained
Past Perfect
Ihadgained
youhadgained
he/she/ithadgained
wehadgained
youhadgained
theyhadgained

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων

Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων

Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

Any unrealized foreign currency gains or losses will be listed under other comprehensive income.
www.inc.com
Finance costs in the first quarter of fiscal 2016 also included a foreign currency expense of $75,000 compared to a foreign currency gain of $105,000 in the comparable period of fiscal 2015.
www.digitaljournal.com
So, do the math on the foreign currency gains or losses before selling a security in the hopes of realizing capital losses to use this year.
www.theglobeandmail.com
Pre-tax profits rose 20pc to $2bn, helped by one-off disposals and foreign currency gains.
www.telegraph.co.uk
For investors, all that whittles down to after-tax net profit of $84.9 million, including a $79.3 million impairment charge for gold investments and a $40.5 million boost from foreign currency gains.
www.fool.com.au