στο λεξικό PONS
I. con·tract1 [ˈkɒntrækt, αμερικ ˈkɑ:n-] ΟΥΣ
1. contract (agreement):
II. con·tract1 [ˈkɒntrækt, αμερικ ˈkɑ:n-] ΡΉΜΑ αμετάβ
III. con·tract1 [ˈkɒntrækt, αμερικ ˈkɑ:n-] ΡΉΜΑ μεταβ
I. con·trast ΟΥΣ [ˈkɒntrɑ:st, αμερικ ˈkɑ:ntræst]
1. contrast (difference):
II. con·trast ΡΉΜΑ μεταβ [kənˈtrɑ:st, αμερικ -ˈtræst]
III. con·trast ΡΉΜΑ αμετάβ [kənˈtrɑ:st, αμερικ -ˈtræst]
I. con·tra·ry1 [ˈkɒntrəri, αμερικ ˈkɑ:ntrɚi] ΟΥΣ no pl
II. con·tra·ry1 [ˈkɒntrəri, αμερικ ˈkɑ:ntrɚi] ΕΠΊΘ
1. contrary (opposite):
2. contrary (contradictory):
I. con·tract2 [kənˈtrækt] ΡΉΜΑ αμετάβ
II. con·tract2 [kənˈtrækt] ΡΉΜΑ μεταβ
1. contract (tense) muscles, metal:
2. contract ΓΛΩΣΣ:
-
- etw verkürzen [o. zusammenziehen]
ˈcon·tra po·si·tion ΟΥΣ
contra profe·ren·tem [ˌkɒntrəprɒfəˈrentem, αμερικ ˌkɑ:ntrəprɑ:-] ΟΥΣ ΝΟΜ
ˈcontra en·try ΟΥΣ
Τραπεζική, χρηματική και ασφαλιστική ορολογία PONS
contra position ΟΥΣ ΧΡΗΜΑΤΑΓ
commencement of a contract ΟΥΣ ΟΙΚΟΝ ΔΊΚ
contract fee ΟΥΣ ΕΠΕΞΕΡΓ ΣΥΝΑΛΛ
stock index contract ΟΥΣ ΧΡΗΜΑΤΑΓ
check contract ΟΥΣ ΟΙΚΟΝ ΔΊΚ
-
- Scheckvertrag αρσ
contract item ΟΥΣ ΟΙΚΟΝ ΔΊΚ
contract price ΟΥΣ ΧΡΗΜΑΤΑΓ
contract rate ΟΥΣ ΧΡΗΜΑΤΑΓ
-
- Vertragskurs αρσ
inheritance contract ΟΥΣ ΟΙΚΟΝ ΔΊΚ
Ορολογία γεωγραφίας της Ernst Klett Sprachen
contract cultivation ΟΥΣ
contract ΡΉΜΑ
pollution control ΟΥΣ
central business district (CBD) ΟΥΣ
-
- Kerngebiet ουδ
control rods [ˈkɒntrəʊlˌrɒds] ΟΥΣ
Massif Central [ˌmæsiːfsɑ̃ːnˈtrɑːl] ΟΥΣ
flood control ΟΥΣ
Ορολογία βιολογίας της Ernst Klett Sprachen
phase-contrast microscopy
central axis ΟΥΣ
hormonal control pathways
cell division control gene ΟΥΣ
chemical pest control
ventral root [ˈventrlˌruːt] ΟΥΣ
birth control pill ΟΥΣ
central vacuole
intra-tentacular budding [ˌɪntrətenˈtækjələˌbʌdɪŋ], gemmation [dʒeˈmeɪʃn] ΟΥΣ
Ειδικό λεξιλόγιο PONS «Συγκοινωνίες»
contra flow lane ΥΠΟΔΟΜΉ
co-ordinated control ΥΠΟΔΟΜΉ
control algorithm ΕΠΙΚΟΙΝ
central reservation ΥΠΟΔΟΜΉ
time of day dependent control ΥΠΟΔΟΜΉ
isolated independent control traffic flow, ΥΠΟΔΟΜΉ
pretimed control ΥΠΟΔΟΜΉ
Ορολογία μηχατρονικής της Klett
ˈcon·trol loop ΟΥΣ mechatr
-
- Regelkreis αρσ
elec·tron·ic sta·ˈbil·ity con·trol ΟΥΣ ΑΥΤΟΚ
con·ˈtrol de·vice ΟΥΣ mechatr
ˈcon·trol valve ΟΥΣ ΜΗΧΑΝΙΚΉ
-
- Steuerventil ουδ
| I | contract |
|---|---|
| you | contract |
| he/she/it | contracts |
| we | contract |
| you | contract |
| they | contract |
| I | contracted |
|---|---|
| you | contracted |
| he/she/it | contracted |
| we | contracted |
| you | contracted |
| they | contracted |
| I | have | contracted |
|---|---|---|
| you | have | contracted |
| he/she/it | has | contracted |
| we | have | contracted |
| you | have | contracted |
| they | have | contracted |
| I | had | contracted |
|---|---|---|
| you | had | contracted |
| he/she/it | had | contracted |
| we | had | contracted |
| you | had | contracted |
| they | had | contracted |
PONS OpenDict
Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;
Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.