στο λεξικό PONS
II. chemi·cal [ˈkemɪkəl] ΕΠΊΘ
- chemical
-
- chemical
-
- chemical attack
-
- chemical industry
- Chemieindustrie θηλ
- chemical dependency
-
- chemical dependency
-
chemi·cal ˈdrains ΟΥΣ πλ
- chemical drains
-
chemi·cal ˈbench ΟΥΣ
- chemical bench
- Labortisch αρσ
chemi·cal ˈen·er·gy ΟΥΣ
- chemical energy
- Reaktionsenergie θηλ
chemi·cal ˈcom·pound ΟΥΣ
- chemical compound
-
chemi·cal ˈel·ement ΟΥΣ
- chemical element
-
chemi·cal ˈsym·bol ΟΥΣ
- chemical symbol
-
Ορολογία γεωγραφίας της Ernst Klett Sprachen
chemical weathering ΟΥΣ
- chemical weathering
-
chemical industry ΟΥΣ
- chemical industry
-
Ορολογία βιολογίας της Ernst Klett Sprachen
chemical composition ΟΥΣ
- chemical composition
-
chemical equilibrium
- chemical equilibrium
-
chemical communication ΟΥΣ
- chemical communication
-
chemical scissors [ˌkemiklˈsɪzəz] ΟΥΣ
- chemical scissors
-
chemical mutagenesis
- chemical mutagenesis
-
chemical mutagen ΟΥΣ
- chemical mutagen
-
chemical pest control
PONS OpenDict
Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;
Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.