Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

Saxe
sustancia química

Oxford Spanish Dictionary

αγγλικά
αγγλικά
ισπανικά
ισπανικά

I. chemical [αμερικ ˈkɛmək(ə)l, βρετ ˈkɛmɪk(ə)l] ΟΥΣ C or U

chemical
chemical

II. chemical [αμερικ ˈkɛmək(ə)l, βρετ ˈkɛmɪk(ə)l] ΕΠΊΘ

chemical

chemical engineering ΟΥΣ U

chemical engineering

chemical toilet ΟΥΣ

chemical toilet
chemical toilet

chemical engineer ΟΥΣ

chemical engineer

chemical agent ΟΥΣ

chemical agent

chemical weapon ΟΥΣ

chemical weapon
arma θηλ (con artículo masculino en el singular) química
ισπανικά
ισπανικά
αγγλικά
αγγλικά
químico (química)
chemical
chemical product
chemical
chemical weapon
chemical warfare

στο λεξικό PONS

αγγλικά
αγγλικά
ισπανικά
ισπανικά

I. chemical [ˈkemɪkl] ΟΥΣ

chemical (atoms)
chemical (additive)
aditivo αρσ

II. chemical [ˈkemɪkl] ΕΠΊΘ

chemical

chemical fire ΟΥΣ

1. chemical fire (in factory, nuclear plant):

chemical fire

2. chemical fire ΧΗΜ:

chemical fire
a ban on the use of chemical weapons
to use chemical products
ισπανικά
ισπανικά
αγγλικά
αγγλικά
chemical fire
chemical fire
chemical
chemical compound
chemical fertilizer
στο λεξικό PONS
αγγλικά
αγγλικά
ισπανικά
ισπανικά

I. chemical [ˈkem·ɪ·kəl] ΟΥΣ

chemical (atoms)
chemical (additive)
aditivo αρσ

II. chemical [ˈkem·ɪ·kəl] ΕΠΊΘ

chemical
a ban on the use of chemical weapons
ισπανικά
ισπανικά
αγγλικά
αγγλικά
chemical
chemical fertilizer
chemical attack

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος

Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

The team reported a noticeable stench of chemicals in the air.
en.wikipedia.org
It is desirable that the expression for a real gas chemical potential to be similar to the one for an ideal gas.
en.wikipedia.org
One example is in the design of chemical reactors.
en.wikipedia.org
It stands for the chemical industry's desire to improve health, safety, and environmental performance.
en.wikipedia.org
Some insults include chemicals in the air, food, or smoke.
en.wikipedia.org