Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

staatsbürgerliches
Kreditinstitut mit Sonderaufgaben

στο λεξικό PONS

αγγλικά
αγγλικά
γερμανικά
γερμανικά
Kreditinstitut ουδ <-(e)s, -e>
Hypothekenbank θηλ <-banken>
γερμανικά
γερμανικά
αγγλικά
αγγλικά
Ratingagentur θηλ ΧΡΗΜΑΤΟΠ
στο λεξικό PONS

spe·cial·ized [ˈspeʃəlaɪzd, αμερικ -ʃəl-] ΕΠΊΘ

1. specialized (skilled):

Fachwissen θηλ <-s> kein pl

2. specialized (particular):

Fachzeitschrift θηλ <-, -en>

I. spe·cial·ize [ˈspeʃəlaɪz, αμερικ -ʃəl-] ΡΉΜΑ αμετάβ

sich αιτ spezialisieren auf +αιτ

II. spe·cial·ize [ˈspeʃəlaɪz, αμερικ -ʃəl-] ΡΉΜΑ μεταβ

1. specialize usu passive ΒΙΟΛ (adapted):

2. specialize (modify):

to specialize sth statement

in·sti·tu·tion [ˌɪn(t)stɪˈtju:ʃən, αμερικ esp -ˈtu:-] ΟΥΣ

1. institution no pl (establishment):

Einführung θηλ <-, -en>

2. institution esp μειωτ (building):

Heim ουδ <-(e)s, -e>
Anstalt θηλ <-, -en>
Erziehungsanstalt θηλ <-, -en>
Besserungsanstalt θηλ <-, -en> παρωχ

3. institution (practice):

Institution θηλ <-, -en>

4. institution (organization):

Einrichtung θηλ <-, -en>
Institution θηλ <-, -en>

I. cred·it [ˈkredɪt] ΟΥΣ

1. credit no pl:

Anerkennung θηλ <-, -en>
Achtung θηλ <->
Ehre θηλ <-, -n>
to be a credit to sb/sth, to do sb/sth credit
jdm/etw Ehre machen
jdm etw [o. das Verdienst an etw δοτ] zuschreiben
jdm für etw αιτ Anerkennung zollen τυπικ
to take [the] credit [for sth]
die [ganzen] Lorbeeren [für etw αιτ] einheimsen οικ

2. credit no pl (standing):

Ansehen ουδ <-s>

3. credit no pl (achievement):

Verdienst ουδ <-(e)s, -e>
it is to sb's credit that ...
es ist jds Verdienst, dass ...

4. credit no pl (reliability):

Glaubwürdigkeit θηλ <->

5. credit no pl (reliance):

Glaube[n] αρσ
etw δοτ Glauben schenken
to give sb credit for sth
jdm etw zutrauen

6. credit no pl ΧΡΗΜΑΤΟΠ, ΕΜΠΌΡ:

Kredit αρσ <-(e)s, -e>
to give [sb] credit
auf Kredit [o. οικ Pump] leben

7. credit ΧΡΗΜΑΤΟΠ:

Haben ουδ <-s, ->
Habenseite θηλ <-, -n>
Gutschrift θηλ <-, -en>
Soll ουδ und Haben ουδ
Akkreditiv ουδ <-s, -e> ειδικ ορολ
Steuergutschrift θηλ <-> kein pl
Avalkredit αρσ ειδικ ορολ
to be in credit esp βρετ
to enter [or place] sth to sb's credit
jdm etw gutschreiben

8. credit no pl (on a mobile phone):

Guthaben ουδ <-s, ->

9. credit no pl ΧΡΗΜΑΤΟΠ, ΕΜΠΌΡ (trustworthiness):

10. credit:

credit ΣΧΟΛ
Auszeichnung θηλ <-, -en>
credit ΠΑΝΕΠ
Schein αρσ <-(e)s, -e>

11. credit (contributors):

credits pl ΚΙΝΗΜ, TV
Abspann αρσ <-(e)s, -e>
credits ΛΟΓΟΤ

ιδιωτισμοί:

Ehre, wem Ehre gebührt παροιμ

II. cred·it [ˈkredɪt] ΡΉΜΑ μεταβ

1. credit (attribute):

to credit sth to sb
jdm etw zuschreiben

2. credit (consider to be responsible for):

to credit sth/sb with sth
etw/jdm etw zuschreiben

3. credit (believe to have):

to credit sth/sb with sth
etw/jdm etw zuschreiben

4. credit (believe):

5. credit (give, add):

6. credit (give to, put into):

Τραπεζική, χρηματική και ασφαλιστική ορολογία PONS

specialized credit institution ΟΥΣ ΑΓΟΡ-ΣΥΝΑΓ

Τραπεζική, χρηματική και ασφαλιστική ορολογία PONS
αγγλικά
αγγλικά
γερμανικά
γερμανικά
γερμανικά
γερμανικά
αγγλικά
αγγλικά
Τραπεζική, χρηματική και ασφαλιστική ορολογία PONS

credit ΡΉΜΑ μεταβ ΛΟΓΙΣΤ

credit ΟΥΣ ΕΠΕΞΕΡΓ ΣΥΝΑΛΛ

Gutschrift θηλ

credit ΡΉΜΑ μεταβ ΕΠΈΝΔ-ΧΡΗΜ

Present
Ispecialize
youspecialize
he/she/itspecializes
wespecialize
youspecialize
theyspecialize
Past
Ispecialized
youspecialized
he/she/itspecialized
wespecialized
youspecialized
theyspecialized
Present Perfect
Ihavespecialized
youhavespecialized
he/she/ithasspecialized
wehavespecialized
youhavespecialized
theyhavespecialized
Past Perfect
Ihadspecialized
youhadspecialized
he/she/ithadspecialized
wehadspecialized
youhadspecialized
theyhadspecialized

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων

Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων

Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.

Αναζήτηση "specialized credit institution" σε άλλες γλώσσες