Γαλλικά » Γερμανικά

avoir m

I . avoir1 [avwaʀ] ΡΉΜΑ trans

9. avoir (porter sur ou avec soi):

14. avoir (se trouver dans une position, avoir une attitude):

18. avoir (obtenir):

19. avoir (devenir usager, se servir de):

23. avoir (posséder sexuellement):

26. avoir pop (être courageux):

es [voll] bringen fam

II . avoir1 [avwaʀ] ΡΉΜΑ intr

j'ai ! JEUX
j'ai ! SPORT
j'ai ! SPORT
ich hab [ihn]!

IV . avoir1 [avwaʀ] ΡΉΜΑ trans impers

3. avoir (pour exprimer ce qui se passe):

qu'y a-t-il ? fam
was ist? fam

Θέλετε να μεταφράσετε μια πρόταση; Χρησιμοποιήστε τη μετάφραση κειμένου.

Θέλετε να προσθέσετε μια λέξη, φράση ή μετάφραση?

Καταχωρίστε νέο λήμμα.

Σελίδα στα Deutsch | Български | Ελληνικά | English | Español | Français | Italiano | Polski | Português | Русский | Slovenščina | Türkçe | 中文