Γαλλικά » Γερμανικά

beaux-enfants [bozɑ͂fɑ͂] ΟΥΣ mpl

petits-enfants [p(ə)tizɑ͂fɑ͂] ΟΥΣ mpl

enfant [ɑ͂fɑ͂] ΟΥΣ mf

3. enfant pl (descendants):

4. enfant (par rapport à l'origine):

einer S. Gen Kind nt

arrière-petits-enfants [aʀjɛʀpətizɑ͂fɑ͂] ΟΥΣ mpl

femme-enfant <femmes-enfants> [famɑ͂fɑ͂] ΟΥΣ f

Θέλετε να μεταφράσετε μια πρόταση; Χρησιμοποιήστε τη μετάφραση κειμένου.

Θέλετε να προσθέσετε μια λέξη, φράση ή μετάφραση?

Καταχωρίστε νέο λήμμα.

Σελίδα στα Deutsch | Български | Ελληνικά | English | Español | Français | Italiano | Polski | Português | Русский | Slovenščina | Türkçe | 中文