Γαλλικά » Γερμανικά

II . plus2 [ply(s)] ΕΠΊΡ emploi superl

I . plus4 [plys] ΣΎΝΔΕΣ

2. plus (quantité positive):

II . plus4 [plys] ΟΥΣ m

1. plus MATH:

Plus nt

2. plus (avantage):

Plus nt

I . plaire [plɛʀ] ΡΉΜΑ intr

1. plaire (être agréable):

3. plaire (convenir):

4. plaire (être bien accueilli) chose:

Ιδιώματα:

qn a tout pour plaire iron

III . plaire [plɛʀ] ΡΉΜΑ αυτο

2. plaire (s'apprécier):

3. plaire (prendre plaisir):

à plus [aplys] ΕΠΙΦΏΝ fam

nec plus ultra [nɛkplysyltʀa] ΟΥΣ m inv

plus-que-parfait <plus-que-parfaits> [plyskəpaʀfɛ] ΟΥΣ m

Θέλετε να μεταφράσετε μια πρόταση; Χρησιμοποιήστε τη μετάφραση κειμένου.

Θέλετε να προσθέσετε μια λέξη, φράση ή μετάφραση?

Καταχωρίστε νέο λήμμα.

Σελίδα στα Deutsch | Български | Ελληνικά | English | Español | Français | Italiano | Polski | Português | Русский | Slovenščina | Türkçe | 中文