Γαλλικά » Γερμανικά

I . prendre [pʀɑ͂dʀ] ΡΉΜΑ trans +avoir

3. prendre (aller chercher):

4. prendre (emporter):

9. prendre (se laisser séduire):

15. prendre PHOT:

18. prendre (se lier avec):

sich Dat nehmen

30. prendre (s'écrire):

III . prendre [pʀɑ͂dʀ] ΡΉΜΑ αυτο

4. prendre (en vouloir):

5. prendre (s'attaquer):

9. prendre (se solidifier):

Θέλετε να μεταφράσετε μια πρόταση; Χρησιμοποιήστε τη μετάφραση κειμένου.

Θέλετε να προσθέσετε μια λέξη, φράση ή μετάφραση?

Καταχωρίστε νέο λήμμα.

Σελίδα στα Deutsch | Български | Ελληνικά | English | Español | Français | Italiano | Polski | Português | Русский | Slovenščina | Türkçe | 中文