Γερμανικά » Γαλλικά

Zehn <-, -en> ΟΥΣ f

dix m

Βλέπε και: Acht , Acht , Acht

Acht3 <-; kein Pl.> ΟΥΣ f

Acht HIST:

Acht1 <-, -en> ΟΥΣ f

1. Acht (Zahl, Spielkarte):

huit m

2. Acht kein Pl. (U-Bahn-, Bus-, Straßenbahnlinie):

huit m

3. Acht (einer Acht ähnelnde Form, Linie):

Zehn-, zehn-

Θέλετε να μεταφράσετε μια πρόταση; Χρησιμοποιήστε τη μετάφραση κειμένου.

Θέλετε να προσθέσετε μια λέξη, φράση ή μετάφραση?

Καταχωρίστε νέο λήμμα.

Σελίδα στα Deutsch | Български | Ελληνικά | English | Español | Français | Italiano | Polski | Português | Русский | Slovenščina | Türkçe | 中文