Γερμανικά » Γαλλικά

I . garen [ˈgaːrən] ΡΉΜΑ trans

II . garen [ˈgaːrən] ΡΉΜΑ intr

gären <gärte [o. gor], gegärt [o. gegoren]> [ˈgɛːrən] ΡΉΜΑ intr

1. gären +haben o sein:

Θέλετε να μεταφράσετε μια πρόταση; Χρησιμοποιήστε τη μετάφραση κειμένου.

Θέλετε να προσθέσετε μια λέξη, φράση ή μετάφραση?

Καταχωρίστε νέο λήμμα.

Σελίδα στα Deutsch | Български | Ελληνικά | English | Español | Français | Italiano | Polski | Português | Русский | Slovenščina | Türkçe | 中文