Γαλλικά » Γερμανικά

pocher [pɔʃe] ΡΉΜΑ trans

1. pocher GASTR:

2. pocher (donner un coup à):

poche2 [pɔʃ] ΟΥΣ m fam

poche3 [pɔʃ] ΟΥΣ f CH (louche)

poche-revolver <poches-revolver> [pɔʃʀevɔlvɛʀ] ΟΥΣ f

vide-poche <vide-poches> [vidpɔʃ] ΟΥΣ m

2. vide-poche (récipient):

Θέλετε να μεταφράσετε μια πρόταση; Χρησιμοποιήστε τη μετάφραση κειμένου.

Θέλετε να προσθέσετε μια λέξη, φράση ή μετάφραση?

Καταχωρίστε νέο λήμμα.

Σελίδα στα Deutsch | Български | Ελληνικά | English | Español | Français | Italiano | Polski | Português | Русский | Slovenščina | Türkçe | 中文