Γερμανικά » Γαλλικά

N, n [ɛn] <-, -> ΟΥΣ nt

N
N m /n m

N ΟΥΣ

N συντομογραφία: Norden

N
N

Βλέπε και: Norden

Norden <-s; kein Pl.> [ˈnɔrdən] ΟΥΣ m

2. Norden (nördliche Gegend):

Nord m

'n ΆΡΘ indef fam (ein, eine, einen)

n. Br.

n. Br. συντομογραφία: nördlicher Breite

n. Br.
lat. N.

n. Chr.

n. Chr. συντομογραφία: nach Christus

n. Chr.
apr. J.-C.

Θέλετε να μεταφράσετε μια πρόταση; Χρησιμοποιήστε τη μετάφραση κειμένου.

Θέλετε να προσθέσετε μια λέξη, φράση ή μετάφραση?

Καταχωρίστε νέο λήμμα.

Σελίδα στα Deutsch | Български | Ελληνικά | English | Español | Français | Italiano | Polski | Português | Русский | Slovenščina | Türkçe | 中文