Γαλλικά » Γερμανικά

I . (e) [ne] ΡΉΜΑ

part passé de naître

Βλέπε και: naitre

II . naitreNO [nɛtʀ], naîtreOT ΡΉΜΑ intr impers +être littér

dernier-né (dernière-née) <derniers-nés> [dɛʀnjene, dɛʀnjɛʀne] ΟΥΣ m, f

I . mort-né(e) <mort-nés> [mɔʀne] ΕΠΊΘ

II . mort-né(e) <mort-nés> [mɔʀne] ΟΥΣ m(f)

I . nouveau-né(e) <nouveau-nés> [nuvone] ΕΠΊΘ

II . nouveau-né(e) <nouveau-nés> [nuvone] ΟΥΣ m(f)

premier-né <premiers-nés> [pʀəmjene] ΟΥΣ m

orateur-né (oratrice-née) ΟΥΣ m, f

je-ne-sais-quoi [ʒən(ə)sɛkwa] ΟΥΣ m inv

Θέλετε να μεταφράσετε μια πρόταση; Χρησιμοποιήστε τη μετάφραση κειμένου.

Θέλετε να προσθέσετε μια λέξη, φράση ή μετάφραση?

Καταχωρίστε νέο λήμμα.

Σελίδα στα Deutsch | Български | Ελληνικά | English | Español | Français | Italiano | Polski | Português | Русский | Slovenščina | Türkçe | 中文