Γερμανικά » Γαλλικά

noch ΕΠΊΡ

3. noch (irgendwann einmal):

4. noch (zur Verstärkung von Steigerungen):

5. noch (zur Verstärkung bei Zeit- und Ortsangaben):

6. noch (eigentlich):

Ιδιώματα:

noch und noch [o. nöcher fam]

Θέλετε να μεταφράσετε μια πρόταση; Χρησιμοποιήστε τη μετάφραση κειμένου.

Θέλετε να προσθέσετε μια λέξη, φράση ή μετάφραση?

Καταχωρίστε νέο λήμμα.

Σελίδα στα Deutsch | Български | Ελληνικά | English | Español | Français | Italiano | Polski | Português | Русский | Slovenščina | Türkçe | 中文