Γαλλικά » Γερμανικά

belle-mère <belles-mères> [bɛlmɛʀ] ΟΥΣ f

1. belle-mère:

2. belle-mère (conjointe du père):

dure-mère <dures-mères> [dyʀ-mɛʀ] ΟΥΣ f ANAT

grand-mère <grand[s]-mères> [gʀɑ͂mɛʀ] ΟΥΣ f

pie-mère <pies-mères> [pimɛʀ] ΟΥΣ f ANAT

arrière-grand-mère <arrière-grands-mères> [aʀjɛʀgʀɑ͂mɛʀ] ΟΥΣ f

Θέλετε να μεταφράσετε μια πρόταση; Χρησιμοποιήστε τη μετάφραση κειμένου.

Θέλετε να προσθέσετε μια λέξη, φράση ή μετάφραση?

Καταχωρίστε νέο λήμμα.

Σελίδα στα Deutsch | Български | Ελληνικά | English | Español | Français | Italiano | Polski | Português | Русский | Slovenščina | Türkçe | 中文