Μεταφράσεις για „de“ στο λεξικό Γαλλικά » Γερμανικά (Μετάβαση προς Γερμανικά » Γαλλικά)

2. de (origine):

8. de avec un contenant, âge, poids, temps:

17. de (temporel):

20. de (introduction d'un complément):

chemin de fer <chemins de fer> [ʃ(ə)mɛ͂dəfɛʀ] ΟΥΣ m

1. chemin de fer (moyen de transport):

2. chemin de fer pl (société, entreprise):

Λείπει κάποιο λήμμα, έκφραση ή μετάφραση;

Καταχωρίστε νέο λήμμα.

Σελίδα στα Deutsch | Български | Ελληνικά | English | Español | Français | Italiano | Polski | Português | Русский | Slovenščina | Türkçe | 中文