Γαλλικά » Γερμανικά

poste1 [pɔst] ΟΥΣ m

2. poste (lieu de travail):

poste2 [pɔst] ΟΥΣ f

2. poste (ensemble du domaine, des activités):

3. poste HIST:

poste m

1. poste (bureau):

2. poste (emploi):

posté(e) [pɔste] ΕΠΊΘ IND

avant-poste <avant-postes> [avɑ͂pɔst] ΟΥΣ m

poste-frontière <postes-frontières> [pɔstfʀɔ͂tjɛʀ] ΟΥΣ m

timbre-poste <timbres-poste> [tɛ͂bʀəpɔst] ΟΥΣ m

voiture-poste <voitures-poste> [vwatyʀpɔst] ΟΥΣ f

I . poster2 [pɔste] ΡΉΜΑ trans

poster3 [pɔstɛʀ] ΟΥΣ m

Θέλετε να μεταφράσετε μια πρόταση; Χρησιμοποιήστε τη μετάφραση κειμένου.

Θέλετε να προσθέσετε μια λέξη, φράση ή μετάφραση?

Καταχωρίστε νέο λήμμα.

Σελίδα στα Deutsch | Български | Ελληνικά | English | Español | Français | Italiano | Polski | Português | Русский | Slovenščina | Türkçe | 中文