Γαλλικά » Γερμανικά

II . maison [mɛzɔ͂] APP inv

1. maison (particulier à une maison):

2. maison (opp: industriel):

3. maison fam (terrible):

maison f

Maison [mɛzɔ͂] ΟΥΣ f (famille noble, descendance)

Maison-Blanche [mɛzɔ͂blɑ͂ʃ] ΟΥΣ f

maison-page [mɛzɔ͂paʒ] ΟΥΣ f INFORM

Θέλετε να μεταφράσετε μια πρόταση; Χρησιμοποιήστε τη μετάφραση κειμένου.

Θέλετε να προσθέσετε μια λέξη, φράση ή μετάφραση?

Καταχωρίστε νέο λήμμα.

Σελίδα στα Deutsch | Български | Ελληνικά | English | Español | Français | Italiano | Polski | Português | Русский | Slovenščina | Türkçe | 中文