Γερμανικά » Γαλλικά

schon [ʃoːn] ΕΠΊΡ

6. schon fam (wirklich):

y a pas à dire, la vie est dure fam

7. schon (irgendwie):

8. schon fam (endlich):

allez, dis ! fam
vas-y, fais ! fam

II . schön [ʃøːn] ΕΠΊΡ

1. schön (angenehm):

2. schön fam (sehr, besonders):

3. schön (gründlich):

4. schön iron fam (ziemlich):

schaurig-schön ΕΠΊΘ

schonen [ˈʃoːnən] ΡΉΜΑ trans

1. schonen (rücksichtsvoll behandeln):

2. schonen (verschonen):

Θέλετε να μεταφράσετε μια πρόταση; Χρησιμοποιήστε τη μετάφραση κειμένου.

Θέλετε να προσθέσετε μια λέξη, φράση ή μετάφραση?

Καταχωρίστε νέο λήμμα.

Σελίδα στα Deutsch | Български | Ελληνικά | English | Español | Français | Italiano | Polski | Português | Русский | Slovenščina | Türkçe | 中文