Γαλλικά » Γερμανικά

I . tu <t'> [ty] ΑΝΤΩΝ pers

Ιδιώματα:

être à tu et à toi avec qn fam

II . tu <t'> [ty] ΟΥΣ m

TU [tey] ΟΥΣ m

TU συντομογραφία: temps universel

TU
WZ f

I . taire [tɛʀ] ΡΉΜΑ αυτο

2. taire (faire silence):

3. taire (s'abstenir de parler):

II . taire [tɛʀ] ΡΉΜΑ trans

1. taire:

2. taire (refuser de dire):

3. taire littér (garder pour soi):

m'as-tu-vu [matyvy] ΟΥΣ mf inv fam

Θέλετε να μεταφράσετε μια πρόταση; Χρησιμοποιήστε τη μετάφραση κειμένου.

Θέλετε να προσθέσετε μια λέξη, φράση ή μετάφραση?

Καταχωρίστε νέο λήμμα.

Σελίδα στα Deutsch | Български | Ελληνικά | English | Español | Français | Italiano | Polski | Português | Русский | Slovenščina | Türkçe | 中文