Γαλλικά » Γερμανικά

I . le <devant une voyelle ou un h muet l'> [lə] ΆΡΘ déf

II . le <devant une voyelle ou un h muet l'> [lə] ΑΝΤΩΝ pers

1. le (se rapportant à une personne masc):

5. le avec un présentatif:

le
er
hier [o. da] ist er!

[le] ΟΥΣ m

cessez-le-feu [sesel(e)fø] ΟΥΣ m inv

haut-le-cœur [ˊol(ə)kœʀ] ΟΥΣ m inv

haut-le-corps <pl haut-le-corps> [ˊol(ə)kɔʀ] ΟΥΣ m

ras-le-bol [ʀɑl(ə)bɔl] ΟΥΣ m inv fam

sans-le-sou [sɑ͂lsu] ΟΥΣ mf inv fam

sur-le-champ [syʀləʃɑ͂] ΕΠΊΡ

Θέλετε να μεταφράσετε μια πρόταση; Χρησιμοποιήστε τη μετάφραση κειμένου.

Θέλετε να προσθέσετε μια λέξη, φράση ή μετάφραση?

Καταχωρίστε νέο λήμμα.

Σελίδα στα Deutsch | Български | Ελληνικά | English | Español | Français | Italiano | Polski | Português | Русский | Slovenščina | Türkçe | 中文