Γερμανικά » Γαλλικά

I . fahren <fährt, fuhr, gefahren> [ˈfaːrən] ΡΉΜΑ intr

3. fahren +sein (ein Fahrzeug lenken):

8. fahren +haben o sein (streichen):

9. fahren +sein (verfahren):

Ιδιώματα:

lâcher un pet fam

Θέλετε να μεταφράσετε μια πρόταση; Χρησιμοποιήστε τη μετάφραση κειμένου.

Θέλετε να προσθέσετε μια λέξη, φράση ή μετάφραση?

Καταχωρίστε νέο λήμμα.

Σελίδα στα Deutsch | Български | Ελληνικά | English | Español | Français | Italiano | Polski | Português | Русский | Slovenščina | Türkçe | 中文