Γαλλικά » Γερμανικά

I . tomber [tɔ͂be] ΡΉΜΑ intr +être

2. tomber (glisser) bretelle, pantalon:

3. tomber (s'abattre):

4. tomber (être affaibli):

6. tomber (arriver) nouvelle, télex:

9. tomber MILIT:

16. tomber (concerner par hasard):

19. tomber CARTES:

21. tomber fam (attaquer):

II . tomber [tɔ͂be] ΡΉΜΑ trans +avoir

1. tomber:

tomber SPORT
tomber SPORT
tomber POL fam
schlagen fam

2. tomber pop (séduire):

3. tomber fam (se défaire de):

Θέλετε να μεταφράσετε μια πρόταση; Χρησιμοποιήστε τη μετάφραση κειμένου.

Θέλετε να προσθέσετε μια λέξη, φράση ή μετάφραση?

Καταχωρίστε νέο λήμμα.

Σελίδα στα Deutsch | Български | Ελληνικά | English | Español | Français | Italiano | Polski | Português | Русский | Slovenščina | Türkçe | 中文