Γερμανικά » Γαλλικά

fallen <fällt, fiel, gefallen> [ˈfalən] ΡΉΜΑ intr +sein

3. fallen (stolpern):

4. fallen fam (nicht bestehen):

être recalé(e) à l'examen fam

5. fallen (sinken) Wert, Wasser, Thermometer, Fieber:

7. fallen (treffen):

9. fallen (in Bezug auf Datumsangaben):

12. fallen SPORT:

13. fallen (abgegeben werden) Schuss:

14. fallen (geäußert werden):

être fait(e)

Θέλετε να μεταφράσετε μια πρόταση; Χρησιμοποιήστε τη μετάφραση κειμένου.

Θέλετε να προσθέσετε μια λέξη, φράση ή μετάφραση?

Καταχωρίστε νέο λήμμα.

Σελίδα στα Deutsch | Български | Ελληνικά | English | Español | Français | Italiano | Polski | Português | Русский | Slovenščina | Türkçe | 中文