Γερμανικά » Γαλλικά

Essen <-s, -> ΟΥΣ nt

2. Essen (Festessen):

3. Essen (Nahrung):

4. Essen (Portion, Ration):

ration f

Ιδιώματα:

I . essen <isst, aß, gegessen> [ˈɛsən] ΡΉΜΑ trans

Ιδιώματα:

das [o. der Fall] ist gegessen fam

À-la-carte-Essen ΟΥΣ nt

Esse <-, -n> [ˈɛsə] ΟΥΣ f

1. Esse DIAL (Fabrikschornstein):

2. Esse (Rauchfang):

hotte f

Θέλετε να μεταφράσετε μια πρόταση; Χρησιμοποιήστε τη μετάφραση κειμένου.

Θέλετε να προσθέσετε μια λέξη, φράση ή μετάφραση?

Καταχωρίστε νέο λήμμα.

Σελίδα στα Deutsch | Български | Ελληνικά | English | Español | Français | Italiano | Polski | Português | Русский | Slovenščina | Türkçe | 中文