Γερμανικά » Γαλλικά

I . sprechen <spricht, sprach, gesprochen> [ˈʃprɛçən] ΡΉΜΑ intr

2. sprechen (ein Telefongespräch führen):

ici...

4. sprechen (tratschen):

6. sprechen (erkennbar sein):

II . sprechen <spricht, sprach, gesprochen> [ˈʃprɛçən] ΡΉΜΑ trans

1. sprechen (sagen, aussprechen):

3. sprechen (verlesen):

4. sprechen (sich unterreden mit):

parler à [ou avec]

Ιδιώματα:

Sprechen <-s; kein Pl.> ΟΥΣ nt

1. Sprechen (die Sprache):

parole f

2. Sprechen (das Reden):

Θέλετε να μεταφράσετε μια πρόταση; Χρησιμοποιήστε τη μετάφραση κειμένου.

Θέλετε να προσθέσετε μια λέξη, φράση ή μετάφραση?

Καταχωρίστε νέο λήμμα.

Σελίδα στα Deutsch | Български | Ελληνικά | English | Español | Français | Italiano | Polski | Português | Русский | Slovenščina | Türkçe | 中文