Γαλλικά » Γερμανικά

I . avec [avɛk] ΠΡΌΘ

2. avec (contre):

mit

4. avec (au moyen de, grâce à):

mit

8. avec (d'après):

10. avec (malgré):

11. avec (qui possède):

mit

Θέλετε να μεταφράσετε μια πρόταση; Χρησιμοποιήστε τη μετάφραση κειμένου.

Θέλετε να προσθέσετε μια λέξη, φράση ή μετάφραση?

Καταχωρίστε νέο λήμμα.

Σελίδα στα Deutsch | Български | Ελληνικά | English | Español | Français | Italiano | Polski | Português | Русский | Slovenščina | Türkçe | 中文