Γερμανικά » Γαλλικά

Schwester <-, -n> [ˈʃvɛstɐ] ΟΥΣ f

1. Schwester a. REL:

sœur f

2. Schwester (Krankenschwester):

OP-Schwester [oˈpeː-] ΟΥΣ f

Θέλετε να μεταφράσετε μια πρόταση; Χρησιμοποιήστε τη μετάφραση κειμένου.

Θέλετε να προσθέσετε μια λέξη, φράση ή μετάφραση?

Καταχωρίστε νέο λήμμα.

Σελίδα στα Deutsch | Български | Ελληνικά | English | Español | Français | Italiano | Polski | Português | Русский | Slovenščina | Türkçe | 中文