Γερμανικά » Γαλλικά

faul [faʊl] ΕΠΊΘ

1. faul (nicht fleißig):

paresseux(-euse)

3. faul fam (zweifelhaft, unsauber):

boiteux(-euse)
mauvais(e) antéposé
douteux(-euse)

Ιδιώματα:

aussi sec fam

Θέλετε να μεταφράσετε μια πρόταση; Χρησιμοποιήστε τη μετάφραση κειμένου.

Θέλετε να προσθέσετε μια λέξη, φράση ή μετάφραση?

Καταχωρίστε νέο λήμμα.

Σελίδα στα Deutsch | Български | Ελληνικά | English | Español | Français | Italiano | Polski | Português | Русский | Slovenščina | Türkçe | 中文