Γαλλικά » Γερμανικά

I . venir [v(ə)niʀ] ΡΉΜΑ intr +être

2. venir (se déplacer pour assister, participer):

4. venir (provenir, être extrait):

12. venir (parvenir):

17. venir (se résigner):

y venir

18. venir (exprimant une menace):

viens-y ! fam
komm nur! fam

II . venir [v(ə)niʀ] ΡΉΜΑ intr +être

2. venir (être l'effet de):

de vient que +indic
de vient que +indic
d'où vient que +indic?
wie kommt es, dass ...?

Θέλετε να μεταφράσετε μια πρόταση; Χρησιμοποιήστε τη μετάφραση κειμένου.

Θέλετε να προσθέσετε μια λέξη, φράση ή μετάφραση?

Καταχωρίστε νέο λήμμα.

Σελίδα στα Deutsch | Български | Ελληνικά | English | Español | Français | Italiano | Polski | Português | Русский | Slovenščina | Türkçe | 中文