Γερμανικά » Γαλλικά

I . wegen [ˈveːgən] ΠΡΌΘ +Gen

2. wegen (dank):

grâce à

3. wegen (mit Rücksicht auf):

5. wegen (um ... willen):

à cause de

II . wegen [ˈveːgən] ΠΡΌΘ +Dat fam

1. wegen (aufgrund von):

2. wegen (dank):

grâce à

3. wegen (mit Rücksicht auf):

5. wegen (um ... willen):

Weg <-[e]s, -e> [veːk] ΟΥΣ m

Θέλετε να μεταφράσετε μια πρόταση; Χρησιμοποιήστε τη μετάφραση κειμένου.

Θέλετε να προσθέσετε μια λέξη, φράση ή μετάφραση?

Καταχωρίστε νέο λήμμα.

Σελίδα στα Deutsch | Български | Ελληνικά | English | Español | Français | Italiano | Polski | Português | Русский | Slovenščina | Türkçe | 中文