Γερμανικά » Γαλλικά

Stelle <-, -n> [ˈʃtɛlə] ΟΥΣ f

2. Stelle (üblicher Platz):

4. Stelle (Textstelle, Musikstelle):

ABM-Stelle [aːbeːˈʔɛm-] ΟΥΣ f ÖKON

AupairstelleRR, Au-pair-Stelle ΟΥΣ f

I . stellen [ˈʃtɛlən] ΡΉΜΑ trans

3. stellen (aufrecht hinstellen):

6. stellen (vorgeben):

7. stellen (zur Aufgabe zwingen):

11. stellen FIN:

12. stellen (zur Verfügung stellen):

Ιδιώματα:

Θέλετε να μεταφράσετε μια πρόταση; Χρησιμοποιήστε τη μετάφραση κειμένου.

Θέλετε να προσθέσετε μια λέξη, φράση ή μετάφραση?

Καταχωρίστε νέο λήμμα.

Σελίδα στα Deutsch | Български | Ελληνικά | English | Español | Français | Italiano | Polski | Português | Русский | Slovenščina | Türkçe | 中文