Γαλλικά » Γερμανικά

I . sortir [sɔʀtiʀ] ΡΉΜΑ intr +être

5. sortir fam (avoir une relation amoureuse avec):

mit jdm gehen fam

16. sortir (résulter de):

Ιδιώματα:

[mais] d'où tu sors ? fam
wo lebst du denn? fam
ne pas en sortir fam

II . sortir [sɔʀtiʀ] ΡΉΜΑ trans +avoir

2. sortir (expulser):

8. sortir fam (débiter):

10. sortir fam (tirer):

12. sortir ECON, FIN (débiter):

Θέλετε να μεταφράσετε μια πρόταση; Χρησιμοποιήστε τη μετάφραση κειμένου.

Θέλετε να προσθέσετε μια λέξη, φράση ή μετάφραση?

Καταχωρίστε νέο λήμμα.

Σελίδα στα Deutsch | Български | Ελληνικά | English | Español | Français | Italiano | Polski | Português | Русский | Slovenščina | Türkçe | 中文