Γαλλικά » Γερμανικά

capital <-aux> [kapital, o] ΟΥΣ m

3. capital (possédants):

Kapital nt

capital-risque [kapitalʀisk] ΟΥΣ m ECON

Θέλετε να μεταφράσετε μια πρόταση; Χρησιμοποιήστε τη μετάφραση κειμένου.

Θέλετε να προσθέσετε μια λέξη, φράση ή μετάφραση?

Καταχωρίστε νέο λήμμα.

Σελίδα στα Deutsch | Български | Ελληνικά | English | Español | Français | Italiano | Polski | Português | Русский | Slovenščina | Türkçe | 中文