Γερμανικά » Γαλλικά

einer ΑΝΤΩΝ

einer → eine(r, s)

Βλέπε και: S , eine(r, s)

S, s [ɛs] <-, -> ΟΥΣ nt

S
S m /s m

Einer <-s, -> ΟΥΣ m

1. Einer MATH:

unité f

2. Einer SPORT:

skif[f] m

I . eins ΑΡΙΘΜ

Θέλετε να μεταφράσετε μια πρόταση; Χρησιμοποιήστε τη μετάφραση κειμένου.

Θέλετε να προσθέσετε μια λέξη, φράση ή μετάφραση?

Καταχωρίστε νέο λήμμα.

Σελίδα στα Deutsch | Български | Ελληνικά | English | Español | Français | Italiano | Polski | Português | Русский | Slovenščina | Türkçe | 中文