Γαλλικά » Γερμανικά

I . devoir1 [d(ə)vwaʀ] ΡΉΜΑ trans

1. devoir (avoir à payer):

3. devoir (être tenu à):

être (due) à qn/qc

Θέλετε να μεταφράσετε μια πρόταση; Χρησιμοποιήστε τη μετάφραση κειμένου.

Θέλετε να προσθέσετε μια λέξη, φράση ή μετάφραση?

Καταχωρίστε νέο λήμμα.

Σελίδα στα Deutsch | Български | Ελληνικά | English | Español | Français | Italiano | Polski | Português | Русский | Slovenščina | Türkçe | 中文